ψηλαφώ  Verb  [psilafo, pshlafw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie ψηλαφώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ψηλαφώ

... αποδίδουν ένα κείμενο. Ο τυφλός μπορεί μ’ αυτό το σύστημα να διαβάζει ψηλαφώντας τις στιγμές με το δάχτυλο, δηλαδή έχουμε ανάγνωση με την αφή. Το σύστημα ...

... τρικέφαλος βραχιόνιος μυς. Η οπίσθια επιφάνεια του ωλεκράνου μπορεί να ψηλαφηθεί στον αγκώνα. Η κορωνοειδής απόφυση προβάλει προς τα εμπρός στο άνω άκρος ...

... αν μαντέψει σωστά ποιο είναι το παιδί που έπιασε. Για να το αναγνωρίσει ψηλαφεί τα χαρακηριστικά του προσώπου, τα ρούχα, τα μαλλιά κ.ά. Το παιδί που πιάστηκε ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
ψηλαφήσει
μετοχή (ενεστώτας)
ψηλαφώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ψηλαφώ ψηλαφείς ψηλαφεί ψηλαφούμε ψηλαφείτε ψηλαφούν
παρατατικός ψηλαφούσα ψηλαφούσες ψηλαφούσε ψηλαφούσαμε ψηλαφούσατε ψηλαφούσαν
αόριστος ψηλάφησα ψηλάφησες ψηλάφησε ψηλαφήσαμε ψηλαφήσατε ψηλάφησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα ψηλαφώ θα ψηλαφείς θα ψηλαφεί θα ψηλαφούμε θα ψηλαφείτε θα ψηλαφούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα ψηλαφήσω θα ψηλαφήσεις θα ψηλαφήσει θα ψηλαφήσουμε θα ψηλαφήσετε θα ψηλαφήσουν
παρακείμενος α' έχω ψηλαφήσει έχεις ψηλαφήσει έχει ψηλαφήσει έχουμε ψηλαφήσει έχετε ψηλαφήσει έχουν ψηλαφήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα ψηλαφήσει είχες ψηλαφήσει είχε ψηλαφήσει είχαμε ψηλαφήσει είχατε ψηλαφήσει είχαν ψηλαφήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω ψηλαφήσει θα έχεις ψηλαφήσει θα έχει ψηλαφήσει θα έχουμε ψηλαφήσει θα έχετε ψηλαφήσει θα έχουν ψηλαφήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να ψηλαφώ να ψηλαφείς να ψηλαφεί να ψηλαφούμε να ψηλαφείτε να ψηλαφούν
αόριστος να ψηλαφήσω να ψηλαφήσεις να ψηλαφήσει να ψηλαφήσουμε να ψηλαφήσετε να ψηλαφήσουν
παρακείμενος α' να έχω ψηλαφήσει να έχεις ψηλαφήσει να έχει ψηλαφήσει να έχουμε ψηλαφήσει να έχετε ψηλαφήσει να έχουν ψηλαφήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ψηλάφει ψηλαφείτε
αόριστος ψηλάφησε ψηλαφήστε


Griechische Definition zu ψηλαφώ

ψηλαφώ [psilafó] -ούμαι : α.αγγίζω και πιέζω ελαφρά κτ. με τις άκρες των δαχτύλων, για να διαπιστώσω τι κρύβεται μέσα ή πίσω από αυτό, ποια σύσταση, σχήμα κτλ. έχει: Ο γιατρός ψηλάφισε σκεπτικός τον πρησμένο λαιμό του αρρώστου. β. αναζητώ με την αφή κτ. που δεν το αντιλαμβάνομαι με την όραση: ψηλαφώ το σφυγμό του αρρώστου. || ψάχνω με τα χέρια σαν τυφλός: Προχώρησε στο σκοτεινό διάδρομο ψηλαφώντας μέσα στο σκοτάδι.

[λόγ. < αρχ. ψηλαφῶ· ψηλαφ(ώ) μεταπλ. -ίζω με βάση το συνοπτ. θ. ψηλαφησ-]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ψηλαφώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15