χορταίνω  Verb  [chorteno, xortainw]

Ähnliche Bedeutung wie χορταίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χορταίνω

... Greece 1969/70 - The Rec.Sport.Soccer Statistics Foundation. Δεν χόρταιναν γκολ στην Προοδευτική oldfootball.gr Greece 1973/74 - The Rec.Sport ...

... Από αυτό το σημείο μόλις που φαίνεται το χωριό, μα ολόγυρα το μάτι δεν χορταίνει το πράσινο. Αφού κάνουμε τη στάση μας και απολαύσουμε τη θέα αρχίζει η ...

... αποδώσει τον γιο της. Απείλησε δε ότι αν δεν τα έκανε αυτά ο Κύρος, θα τον χόρταινε αίμα. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Σπαργαπίσης, όταν συνήλθε από την μέθη ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik



ΧΟΡΤΑΙΝΩ
I am full
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χορταίνωχορταίνουμε, χορταίνομε
χορταίνειςχορταίνετε
χορταίνειχορταίνουν(ε)
Imper
fekt
χόρταιναχορταίναμε
χόρταινεςχορταίνατε
χόρταινεχόρταιναν, χορταίναν(ε)
Aoristχόρτασαχορτάσαμε
χόρτασεςχορτάσατε
χόρτασεχόρτασαν, χορτάσαν(ε)
Per
fect
έχω χορτάσειέχουμε χορτάσει
έχεις χορτάσειέχετε χορτάσει
έχει χορτάσειέχουν χορτάσει
Plu
per
fect
είχα χορτάσειείχαμε χορτάσει
είχες χορτάσειείχατε χορτάσει
είχε χορτάσειείχαν χορτάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χορταίνωθα χορταίνουμε, θα χορταίνομε
θα χορταίνειςθα χορταίνετε
θα χορταίνειθα χορταίνουν(ε)
Fut
ur
θα χορτάσωθα χορτάσουμε, θα χορτάσομε
θα χορτάσειςθα χορτάσετε
θα χορτάσειθα χορτάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χορτάσειθα έχουμε χορτάσει
θα έχεις χορτάσειθα έχετε χορτάσει
θα έχει χορτάσειθα έχουν χορτάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χορταίνωνα χορταίνουμε, να χορταίνομε
να χορταίνειςνα χορταίνετε
να χορταίνεινα χορταίνουν(ε)
Aoristνα χορτάσωνα χορτάσουμε, να χορτάσομε
να χορτάσειςνα χορτάσετε
να χορτάσεινα χορτάσουν(ε)
Perfνα έχω χορτάσεινα έχουμε χορτάσει
να έχεις χορτάσεινα έχετε χορτάσει
να έχει χορτάσεινα έχουν χορτάσει
Imper
ativ
Presχόρταινεχορταίνετε
Aoristχόρτασεχορτάστε
Part
izip
Presχορταίνοντας
Perfέχοντας χορτάσει
InfinAoristχορτάσει




Griechische Definition zu χορταίνω

χορταίνω [xorténo] Ρ αόρ. χόρτασα, απαρέμφ. χορτάσει, μππ. χορτασμένος : 1.τρώω τόσο, ώστε να μην πεινώ πια: Xόρτασα, δεν μπορώ να φάω άλλο. Mετά τον πόλεμο χορτάσαμε ψωμί, είχαμε άφθονη τροφή. || κάνω κπ. να χορτάσει: Tα παιδιά δεν τα χορταίνεις με τίποτα, θέλουν να τρων συνέχεια. Έχει να χορτάσει τόσα στόματα! (έκφρ.) χορταίνω την πείνα μου, χορταίνω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χορταίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15