χορεύω Verb  [chorevo, xoreyw]

  Verb
(212)

Etymologie zu χορεύω

χορεύω altgriechisch χορεύω


GriechischDeutsch
Κι εδώ είναι ο Μερς Κάνινγκχαμ, είχα την τύχη να χορεύω μαζί του, όταν ήμουν νεότερη, κι εδώ είναι χορευτής, και καθώς χορεύει, είναι ταυτόχρονα ο χορευτής και ο χορός.Und hier ist Merce Cunningham. Ich hatte das Glück, mit ihm zu tanzen, als ich jünger war, und hier ist er, ein Tänzer, und während er tanzt ist er sowohl der Tänzer als auch der Tanz.

Übersetzung nicht bestätigt

Και για μένα ήταν, έπρεπε να χορεύω ενώ ζωγράφιζα.Bei mir war das so: ich musste tanzen während ich malte.

Übersetzung nicht bestätigt

Δεν ξέρω να χορεύω.Ich kann nicht tanzen.

Übersetzung nicht bestätigt

Δεν ξέρω να χορεύω.Ich kann nicht tanzen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu χορεύω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χορεύωχορεύουμε, χορεύομε
χορεύειςχορεύετε
χορεύειχορεύουν(ε)
Imper
fekt
χόρευαχορεύαμε
χόρευεςχορεύατε
χόρευεχόρευαν, χορεύαν(ε)
Aoristχόρεψαχορέψαμε
χόρεψεςχορέψατε
χόρεψεχόρεψαν, χορέψαν(ε)
Per
fekt
έχω χορέψειέχουμε χορέψει
έχεις χορέψειέχετε χορέψει
έχει χορέψειέχουν χορέψει
Plu
per
fekt
είχα χορέψειείχαμε χορέψει
είχες χορέψειείχατε χορέψει
είχε χορέψειείχαν χορέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χορεύωθα χορεύουμε, θα χορεύομε
θα χορεύειςθα χορεύετε
θα χορεύειθα χορεύουν(ε)
Fut
ur
θα χορέψωθα χορέψουμε, θα χορέψομε
θα χορέψειςθα χορέψετε
θα χορέψειθα χορέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χορέψειθα έχουμε χορέψει
θα έχεις χορέψειθα έχετε χορέψει
θα έχει χορέψειθα έχουν χορέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χορεύωνα χορεύουμε, να χορεύομε
να χορεύειςνα χορεύετε
να χορεύεινα χορεύουν(ε)
Aoristνα χορέψωνα χορέψουμε, να χορέψομε
να χορέψειςνα χορέψετε
να χορέψεινα χορέψουν(ε)
Perfνα έχω χορέψεινα έχουμε χορέψει
να έχεις χορέψεινα έχετε χορέψει
να έχει χορέψεινα έχουν χορέψει
Imper
ativ
Presχόρευεχορεύετε
Aoristχόρεψεχορέψτε, χορεύτε
Part
izip
Presχορεύοντας
Perfέχοντας χορέψει
InfinAoristχορέψει





Griechische Definition zu χορεύω

χορεύω [xorévo] -ομαι (χωρίς μππ.) : 1α.εκτελώ μια σειρά από ρυθμικά βήματα και από ρυθμικές κινήσεις των χεριών και του σώματος, συνήθ. με τη συνοδεία μουσικής ή και τραγουδιού: χορεύω με κπ. / με κάποια. Tα ζευγάρια χορεύουν. Xορεύτηκαν ελληνικοί / ευρωπαϊκοί χοροί. ΦΡ τώρα που μπήκε στο χορό θα χορέψει, αφού ανέλαβε να κάνει κτ., θα πρέπει να το τελειώσει. χορεύω κπ. στο ταψί*. χορεύω το χορό του Hσαΐα, παντρεύομαι: Δύο ζευγάρια χόρεψαν μαζί τον Hσαΐα. το Hσαΐα χόρευε, ο γάμος. ΠAΡ Nηστικό αρκούδι* δε χορεύει. Όταν λείπει η γάτα* χορεύουν τα ποντίκια. Όσο θέλεις χόρευε κι όσο θέλεις πήδα, για να δηλώσουμε ότι μάταια αντιδρά κάποιος σε κτ. που του επιβάλλουν. Mοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα, για να δηλώσουμε ότι, όταν κάποιος είναι ανεξάρτητος, κάνει ό,τι θέλει. || προσκαλώ μια γυναίκα και χορεύω μαζί της: Xόρεψε όλες τις ντάμες. Όλη τη βραδιά δεν τη χόρεψε κανένας. β. χορεύω το μωρό, το κρατώ στα χέρια όρθιο και το κουνώ ρυθμικά. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback