χαμογελώ  Verb  [chamogelo, chamojelo, xamogelw]

Ähnliche Bedeutung wie χαμογελώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χαμογελώ

... Το Χαμόγελο του παιδιού είναι εθελοντικός, μη κερδοσκοπικός οργανισμός που λειτουργεί στην Ελλάδα, με στόχο την προάσπιση των δικαιωμάτων των παιδιών και ...

... Το Χαμόγελο της Μόνα Λίζα (αγγλικά: Mona Lisa Smile) είναι αμερικανική δραματική κομεντί παραγωγής 2003, σε σκηνοθεσία Μάικ Νιούελ. Πρωταγωνιστούν οι Τζούλια ...

... τραγουδά τη Μεσόγειο (BMG, 1993) - κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία και το Ισραήλ Χαμογελώ (BMG, 1994) Έρχομαι (MINOS - EMI, 1996) - χρυσός δίσκος Δυνατά (MINOS, ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze lächeln

... Bitte lächeln Sie in die Kamera. ...

... Die Russen lächeln nie. ...

... Russen lächeln nie. ...

Quelle: xtofu80, Robroy, Manfredo

Grammatik


ΧΑΜΟΓΕΛΩ
I smile
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χαμογελάω, χαμογελώχαμογελάμε, χαμογελούμε
χαμογελάςχαμογελάτε
χαμογελάει, χαμογελάχαμογελάν(ε), χαμογελούν(ε)
Imper
fekt
χαμογελούσα, χαμογέλαγαχαμογελούσαμε, χαμογελάγαμε
χαμογελούσες, χαμογέλαγεςχαμογελούσατε, χαμογελάγατε
χαμογελούσε, χαμογέλαγεχαμογελούσαν(ε), χαμογέλαγαν, χαμογελάγανε
Aoristχαμογέλασαχαμογελάσαμε
χαμογέλασεςχαμογελάσατε
χαμογέλασεχαμογέλασαν, χαμογελάσαν(ε)
Perf
ekt
έχω χαμογελάσειέχουμε χαμογελάσει
έχεις χαμογελάσειέχετε χαμογελάσει
έχει χαμογελάσειέχουν χαμογελάσει
Plu
perf
ekt
είχα χαμογελάσειείχαμε χαμογελάσει
είχες χαμογελάσειείχατε χαμογελάσει
είχε χαμογελάσειείχαν χαμογελάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χαμογελάω, θα χαμογελώθα χαμογελάμε, θα χαμογελούμε
θα χαμογελάςθα χαμογελάτε
θα χαμογελάει, θα χαμογελάθα χαμογελάν(ε), θα χαμογελούν(ε)
Fut
ur
θα χαμογελάσωθα χαμογελάσουμε, θα χαμογελάσομε
θα χαμογελάσειςθα χαμογελάσετε
θα χαμογελάσειθα χαμογελάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χαμογελάσειθα έχουμε χαμογελάσει
θα έχεις χαμογελάσειθα έχετε χαμογελάσει
θα έχει χαμογελάσειθα έχουν χαμογελάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χαμογελάω, να χαμογελώνα χαμογελάμε, να χαμογελούμε
να χαμογελάςνα χαμογελάτε
να χαμογελάει, να χαμογελάνα χαμογελάν(ε), να χαμογελούν(ε)
Aoristνα χαμογελάσωνα χαμογελάσουμε, να χαμογελάσομε
να χαμογελάσειςνα χαμογελάσετε
να χαμογελάσεινα χαμογελάσουν(ε)
Perfνα έχω χαμογελάσεινα έχουμε χαμογελάσει
να έχεις χαμογελάσεινα έχετε χαμογελάσει
να έχει χαμογελάσεινα έχουν χαμογελάσει
Imper
ativ
Presχαμογέλα, χαμογέλαγεχαμογελάτε
Aoristχαμογέλασε, χαμογέλαχαμογελάστε
Part
izip
Presχαμογελώντας
Perfέχοντας χαμογελάσει
InfinAoristχαμογελάσει




Griechische Definition zu χαμογελώ

χαμογελώ [xamojeló] & -άω .4α : 1.γελώ ελαφρά με τεντωμένα και μισανοιγμένα χείλια, χωρίς ηχηρές εκπνοές, για να εκδηλώσω διάφορα συναισθήματα, κυρίως ευχάριστα: Xαμογέλασε ευχαριστημένος / ικανοποιημένος. Tου χαμογέλασε γλυκά / ειρωνικά / περιφρονητικά. Γιατί χαμογελάς;, όταν κάποιος χαμογελώντας εκφράζει ειρωνεία, δυσπιστία κτλ. Xαμογελάστε παρακαλώ, προτροπή φωτογράφου στον πελάτη. ΦΡ του χαμογέλασε η τύχη / η ζωή, τον ευνόησε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χαμογελώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15