φθονώ  Verb  [fthono, fthonw]

Ähnliche Bedeutung wie φθονώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze φθονώ

... την Αληκτώ και την Τισιφόνη. Ειδικότερα η Μέγαιρα συνδέεται με τη ζήλεια-φθόνο (από την ετυμολογία της λέξεως) και τιμωρούσε ιδιαίτερα τη συζυγική απιστία ...

... τροχαϊκό οκτασύλλαβο στίχο. Αλληγορία που προειδοποιεί για τις συνέπειες του φθόνου είναι και η Ιστορία του Βελισαρίου, που βασίζεται σε λαϊκές πηγές για τον ...

... δηλαδή τον σκληρό και άμεικτο χαρακτήρα της, απέφυγε ταυτόχρονα και τον φθόνο και τον κίνδυνο. Ωστόσο ο Θεόπομπος, παροχετεύοντας σε άλλους το ρεύμα, ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beneiden

... Wie gern wir uns beneiden lassen, beweist fast jede Ansichtskarte, die wir schreiben. ...

... Was ist das für eine Zeit, in der man die Begrabenen beneiden muss? ...

... Soll ich Tom beneiden oder bemitleiden, wenn er meint, dass ihn etwas reizt? ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
φθονήσει
μετοχή (ενεστώτας)
φθονώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας φθονώ φθονείς φθονεί φθονούμε φθονείτε φθονούν
παρατατικός φθονούσα φθονούσες φθονούσε φθονούσαμε φθονούσατε φθονούσαν
αόριστος φθόνησα φθόνησες φθόνησε φθονήσαμε φθονήσατε φθόνησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα φθονώ θα φθονείς θα φθονεί θα φθονούμε θα φθονείτε θα φθονούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα φθονήσω θα φθονήσεις θα φθονήσει θα φθονήσουμε θα φθονήσετε θα φθονήσουν
παρακείμενος α' έχω φθονήσει έχεις φθονήσει έχει φθονήσει έχουμε φθονήσει έχετε φθονήσει έχουν φθονήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα φθονήσει είχες φθονήσει είχε φθονήσει είχαμε φθονήσει είχατε φθονήσει είχαν φθονήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω φθονήσει θα έχεις φθονήσει θα έχει φθονήσει θα έχουμε φθονήσει θα έχετε φθονήσει θα έχουν φθονήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να φθονώ να φθονείς να φθονεί να φθονούμε να φθονείτε να φθονούν
αόριστος να φθονήσω να φθονήσεις να φθονήσει να φθονήσουμε να φθονήσετε να φθονήσουν
παρακείμενος α' να έχω φθονήσει να έχεις φθονήσει να έχει φθονήσει να έχουμε φθονήσει να έχετε φθονήσει να έχουν φθονήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας φθόνει φθονείτε
αόριστος φθόνησε φθονήστε




Griechische Definition zu φθονώ

φθονώ [fθonó] -ούμαι : αισθάνομαι φθόνο για κπ.: Tον φθονούν για τις επιτυχίες του.

[λόγ. < αρχ. φθονῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φθονώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15