υφαίνω  Verb  [ifeno, yfainw]

Ähnliche Bedeutung wie υφαίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze υφαίνω

... ιερό δάσος και πηγές. Εκεί περνούσε την ημέρα της η Νύμφη, κλώθοντας και υφαίνοντας με τις υπηρέτριές της, που ήταν και αυτές Νύμφες. Ζούσε στη νήσο Ωγυγία ...

... όνομα Χαλκεία. Πιθανότατα κατά αυτή την ημέρα ξεκινούσαν οι Αρρηφόροι να υφαίνουν το ιερό πέπλο της θεάς Αθηνάς για τα Αρρηφόρια. Ο Μένανδρος ο Κηφισιεύς ...

... κάποιες διηγήσεις αναφέρουν πως ζουν πάνω από τη Γέφυρα Μπιφρόστ), όπου υφαίνουν το κέντημα των μοιρών. Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι μια κλωστή στον αργαλειό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze weben

... Spinnen weben Netze. ...

... Seidenraupen weben Kokons. ...

... Spinnen weben stets dreidimensionale Netze. ...

Quelle: Robroy, cost, Sudajaengi

Grammatik


ΥΦΑΙΝΩ
I weave
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υφαίνωυφαίνουμε, υφαίνομευφαίνομαιυφαινόμαστε
υφαίνειςυφαίνετευφαίνεσαιυφαίνεστε, υφαινόσαστε
υφαίνειυφαίνουν(ε)υφαίνεταιυφαίνονται
Imper
fekt
ύφαιναυφαίναμευφαινόμουν(α)υφαινόμαστε, υφαινόμασταν
ύφαινεςυφαίνατευφαινόσουν(α)υφαινόσαστε, υφαινόσασταν
ύφαινεύφαιναν, υφαίναν(ε)υφαινόταν(ε)υφαίνονταν, υφαινόντανε, υφαινόντουσαν
Aoristύφαναυφάναμευφάνθηκαυφανθήκαμε
ύφανεςυφάνατευφάνθηκεςυφανθήκατε
ύφανεύφαναν, υφάναν(ε)υφάνθηκευφάνθηκαν, υφανθήκαν(ε)
Per
fect
έχω υφάνει
έχω υφασμένο
έχουμε υφάνει
έχουμε υφασμένο
έχω υφανθεί
είμαι υφασμένος, -η
έχουμε υφανθεί
είμαστε υφασμένοι, -ες
έχεις υφάνει
έχεις υφασμένο
έχετε υφάνει
έχετε υφασμένο
έχεις υφανθεί
είσαι υφασμένος, -η
έχετε υφανθεί
είστε υφασμένοι, -ες
έχει υφάνει
έχει υφασμένο
έχουν υφάνει
έχουν υφασμένο
έχει υφανθεί
είναι υφασμένος, -η, -ο
έχουν υφανθεί
είναι υφασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα υφάνει
είχα υφασμένο
είχαμε υφάνει
είχαμε υφασμένο
είχα υφανθεί
ήμουν υφασμένος, -η
είχαμε υφανθεί
ήμαστε υφασμένοι, -ες
είχες υφάνει
είχες υφασμένο
είχατε υφάνει
είχατε υφασμένο
είχες υφανθεί
ήσουν υφασμένος, -η
είχατε υφανθεί
ήσαστε υφασμένοι, -ες
είχε υφάνει
είχε υφασμένο
είχαν υφάνει
είχαν υφασμένο
είχε υφανθεί
ήταν υφασμένος, -η, -ο
είχαν υφανθεί
ήταν υφασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υφαίνωθα υφαίνουμε, θα υφαίνομεθα υφαίνομαιθα υφαινόμαστε
θα υφαίνειςθα υφαίνετεθα υφαίνεσαιθα υφαίνεστε, θα υφαινόσαστε
θα υφαίνειθα υφαίνουν(ε)θα υφαίνεταιθα υφαίνονται
Fut
ur
θα υφάνωθα υφάνουμε, θα υφάνομεθα υφανθώθα υφανθούμε
θα υφάνειςθα υφάνετεθα υφανθείςθα υφανθείτε
θα υφάνειθα υφάνουν(ε)θα υφανθείθα υφανθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υφάνει
θα έχω υφασμένο
θα έχουμε υφάνει
θα έχουμε υφασμένο
θα έχω υφανθεί
θα είμαι υφασμένος, -η
θα έχουμε υφανθεί
θα είμαστε υφασμένοι, -ες
θα έχεις υφάνει
θα έχεις υφασμένο
θα έχετε υφάνει
θα έχετε υφασμένο
θα έχεις υφανθεί
θα είσαι υφασμένος, -η
θα έχετε υφανθεί
θα είστε υφασμένοι, -ες
θα έχει υφάνει
θα έχει υφασμένο
θα έχουν υφάνει
θα έχουν υφασμένο
θα έχει υφανθεί
θα είναι υφασμένος, -η, -ο
θα έχουν υφανθεί
θα είναι υφασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υφαίνωνα υφαίνουμε, να υφαίνομενα υφαίνομαινα υφαινόμαστε
να υφαίνειςνα υφαίνετενα υφαίνεσαινα υφαίνεστε, να υφαινόσαστε
να υφαίνεινα υφαίνουν(ε)να υφαίνεταινα υφαίνονται
Aoristνα υφάνωνα υφάνουμε, να υφάνομενα υφανθώνα υφανθούμε
να υφάνειςνα υφάνετενα υφανθείςνα υφανθείτε
να υφάνεινα υφάνουν(ε)να υφανθείνα υφανθούν(ε)
Perfνα έχω υφάνει
να έχω υφασμένο
να έχουμε υφάνει
να έχουμε υφασμένο
να έχω υφανθεί
να είμαι υφασμένος, -η
να έχουμε υφανθεί
να είμαστε υφασμένοι, -ες
να έχεις υφάνει
να έχεις υφασμένο
να έχετε υφάνει
να έχετε υφασμένο
να έχεις υφανθεί
να είσαι υφασμένος, -η
να έχετε υφανθεί
να είστε υφασμένοι, -ες
να έχει υφάνει
να έχει υφασμένο
να έχουν υφάνει
να έχουν υφασμένο
να έχει υφανθεί
να είναι υφασμένος, -η, -ο
να έχουν υφανθεί
να είναι υφασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presύφαινευφαίνετευφαίνεστε
Aoristύφανευφάνετευφανθείτε
Part
izip
Presυφαίνονταςυφαινόμενος
Perfέχοντας υφάνει, έχοντας υφασμένουφασμένος, -η, -ουφασμένοι, -ες, -α
InfinAoristυφάνειυφανθεί




Griechische Definition zu υφαίνω

υφαίνω [iféno] -ομαι : 1.κατασκευάζω ύφασμα στον αργαλειό ή σε άλλο ειδικό μηχάνημα, διαπλέκοντας τα νήματα οριζόντια και κάθετα: Tα κιλίμια τα υφαίνουν / υφαίνονται στον αργαλειό. Kουβέρτα υφασμένη στη μηχανή. Tο χαλί είναι υφασμένο με μετάξι. || H αράχνη υφαίνει τον ιστό της. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υφαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15