υποψήφιος Subst.  [ipopsifios, ypopshfios]

{der}    Subst.
(436)

Buchtip (Anzeige)

Etymologie zu υποψήφιος

υποψήφιος mittelgriechisch ὑπό + ψῆφος


GriechischDeutsch
Με την απόφαση 2009/549/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τον διορισμό μέλους για τη δημόσια πολιτική στο εποπτικό συμβούλιο της ευρωπαϊκής συμβουλευτικής ομάδας χρηματοοικονομικής αναφοράς, ορίστηκε ένας υποψήφιος,Durch den Beschluss 2009/549/EG der Kommission vom 13. Juli 2009 zur Nominierung eines Vertreters der Public Policy für das Aufsichtsorgan der Europäischen Beratergruppe für Rechnungslegung wurde ein Kandidat nominiert —

Übersetzung bestätigt

Πριν από το διορισμό του, ο υποψήφιος που επιλέγεται από το διοικητικό συμβούλιο καλείται να προβεί σε δήλωση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής ή επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών τους.Vor der Ernennung wird der vom Vorstand ausgewählte Kandidat aufgefordert, vor dem zuständigen Ausschuss/den zuständigen Ausschüssen des Europäischen Parlaments eine Erklärung abzugeben und die Fragen der Ausschussmitglieder zu beantworten.

Übersetzung bestätigt

Οι αιτήσεις υποψηφιότητας των ενδιαφερομένων πρέπει να συνοδεύονται από έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι ο προτεινόμενος υποψήφιος πληροί τις παραπάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις.Bewerbungen, die von Interessenten eingereicht werden, sollten Belege beiliegen, aus denen hervorgeht, dass der vorgeschlagene Kandidat die vorstehenden Voraussetzungen erfüllt.

Übersetzung bestätigt

Πρόεδρος διοικητικού συμβουλίου των πολεμικών βιομηχανιών της Ζιμπάμπουε και υποψήφιος του κόμματος Zanu-Pf στις κοινοβουλευτικές εκλογέςVorstandsvorsitzender der Verteidigungsindustrie von Simbabwe und Kandidat der ZANU-PF bei den Parlamentswahlen

Übersetzung bestätigt

Σε περίπτωση που, κατά τον πρώτο γύρο, κανένας υποψήφιος δεν συγκεντρώσει την πλειοψηφία, διεξάγεται δεύτερος γύρος κατά τον οποίο εκλέγεται ο υποψήφιος που συγκεντρώνει την πλειοψηφία των εκπεφρασμένων ψήφων.Erhält im ersten Wahlgang kein Kandidat die Mehrheit, wird ein zweiter Wahlgang durchgeführt, in dem jener Kandidat, der die meisten der abgegebenen Stimmen auf sich vereinigt, als gewählt gilt.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung



Griechische Definition zu υποψήφιος

υποψήφιος -α -ο [ipopsífios] : 1.που επιδιώκει να καταλάβει ένα αξίωμα συμμετέχοντας σε εκλογή με ψηφοφορία: υποψήφιος δήμαρχος / βουλευτής. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback