υπολείπομαι  Verb  [ipolipome, ypoleipomai]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie υπολείπομαι

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΥΠΟΛΕΙΠΟΜΑΙ
I am left
Passiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υπολείπομαιυπολειπόμαστε
υπολείπεσαιυπολείπεστε, υπολειπόσαστε
υπολείπεταιυπολείπονται
Imper
fekt
υπολειπόμουν(α)υπολειπόμαστε, υπολειπόμασταν
υπολειπόσουν(α)υπολειπόσαστε, υπολειπόσασταν
υπολειπόταν(ε)υπολείπονταν, υπολειπόντανε, υπολειπόντουσαν
Aoristυπολείφθηκα, υπολείφτηκαυπολειφθήκαμε, υπολειφτήκαμε
υπολείφθηκες, υπολείφτηκεςυπολειφθήκατε, υπολειφτήκατε
υπολείφθηκε, υπολείφτηκευπολείφθηκαν, υπολειφθήκαν(ε), υπολείφτηκαν, υπολειφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω υπολειφθεί/υπολειφτείέχουμε υπολειφθεί/υπολειφτεί
έχεις υπολειφθεί/υπολειφτείέχετε υπολειφθεί/υπολειφτεί
έχει υπολειφθεί/υπολειφτείέχουν υπολειφθεί/υπολειφτεί
Plu
per
fect
είχα υπολειφθεί/υπολειφτείείχαμε υπολειφθεί/υπολειφτεί
είχες υπολειφθεί/υπολειφτείείχατε υπολειφθεί/υπολειφτεί
είχε υπολειφθεί/υπολειφτείείχαν υπολειφθεί/υπολειφτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υπολείπομαιθα υπολειπόμαστε
θα υπολείπεσαιθα υπολείπεστε, θα υπολειπόσαστε
θα υπολείπεταιθα υπολείπονται
Fut
ur
θα υπολειφθώ, θα υπολειφτώθα υπολειφθούμε, θα υπολειφτούμε
θα υπολειφθείς, θα υπολειφτείςθα υπολειφθείτε, θα υπολειφτείτε
θα υπολειφθεί, θα υπολειφτείθα υπολειφθούν(ε), θα υπολειφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υπολειφθεί/υπολειφτείθα έχουμε υπολειφθεί/υπολειφτεί
θα έχεις υπολειφθεί/υπολειφτείθα έχετε υπολειφθεί/υπολειφτεί
θα έχει υπολειφθεί/υπολειφτείθα έχουν υπολειφθεί/υπολειφτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υπολείπομαινα υπολειπόμαστε
να υπολείπεσαινα υπολείπεστε, να υπολειπόσαστε
να υπολείπεταινα υπολείπονται
Aoristνα υπολειφθώ, να υπολειφτώνα υπολειφθούμε, να υπολειφτούμε
να υπολειφθείς, να υπολειφτείςνα υπολειφθείτε, να υπολειφτείτε
να υπολειφθεί, να υπολειφτείνα υπολειφθούν(ε), να υπολειφτούν(ε)
Perfνα έχω υπολειφθεί/υπολειφτείνα έχουμε υπολειφθεί/υπολειφτεί
να έχεις υπολειφθεί/υπολειφτείνα έχετε υπολειφθεί/υπολειφτεί
να έχει υπολειφθεί/υπολειφτείνα έχουν υπολειφθεί/υπολειφτεί
Imper
ativ
Presυπολείπεστε
Aoristυπολείψουυπολειφθείτε, υπολειφτείτε
Part
izip
Presυπολειπόμενος
Perf
InfinAoristυπολειφθεί, υπολειφτεί


Griechische Definition zu υπολείπομαι

υπολείπομαι [ipolípome] Ρ4β (συνήθ. στο ενεστ. θ.) : 1.για ένα ημιτελές σύ νο λο που για να ολοκληρωθεί χρειάζεται ένα συγκεκριμένο αριθμό όμοιων μονάδων, στοιχείων: Πόσα γραμμάτια (σου) υπολείπονται; Yπολείπεται μία μέρα ως το Πάσχα. Yπολείπονται πολλά να γίνουν ακόμα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υπολείπομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15