υπάρχω  Verb  [iparcho, yparxw]

Ähnliche Bedeutung wie υπάρχω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu υπάρχω

υπάρχων -ουσα -ον


Beispielsätze υπάρχω

... σου δεν υπάρχω 2010: Άγγελοι στην Κόλαση 2007: Σε θέλω με τρέλα 2010: Καλωσήρθες 2005: Μα το θεό 2006: Γλύκα, γλύκα γλυκιά μου 2006: Συγκεντρώσου 2006: ...

... Ελλάδα με τίτλο "Ψωνίζω, άρα υπάρχω") (2000) Shopaholic Abroad (ή με τίτλο Shopaholic Takes Manhattan, στην Ελλάδα με τίτλο "Ψωνίζω, άρα υπάρχω και στη ...

... Αθηναίων Από το φέρετρο του Σεφέρη ...στο 1984 του Όργουελλ Onanisme - Αυνανίζομαι άρα υπάρχω Τα ελγίνεια μάρμαρα. Το κυπριακό ζήτημα - Και άλλα πεζά κείμενα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ich existiere

... komme ich, nachdem ich nun alles mehr als genug hin und her erwogen habe, schließlich zu der Feststellung, daß dieser Satz: „Ich bin, ich existiere“ (lat ...

... und agnostisch, weil sie nicht behaupten zu wissen, dass keine Gottheit existiere. Agnostischer Theismus  Agnostische Theisten behaupten, kein Wissen ...

... Kind, widersetzte sich der junge Loki den finsteren Plänen seines alten Ichs. Er tritt gar den Young Avengers bei und kämpft zwar mit zweifelhaften Methoden ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΥΠΑΡΧΩ
eimai">I exist
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υπάρχωυπάρχουμε, υπάρχομε
υπάρχειςυπάρχετε
υπάρχειυπάρχουν(ε)
Imper
fekt
υπήρχαυπήρχαμε
υπήρχεςυπήρχατε
υπήρχευπήρχαν(ε)
Aoristυπήρξαυπήρξαμε
υπήρξεςυπήρξατε
υπήρξευπήρξαν(ε)
Per
fect
έχω υπάρξειέχουμε υπάρξει
έχεις υπάρξειέχετε υπάρξει
έχει υπάρξειέχουν υπάρξει
Plu
per
fect
είχα υπάρξειείχαμε υπάρξει
είχες υπάρξειείχατε υπάρξει
είχε υπάρξειείχαν υπάρξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υπάρχωθα υπάρχουμε
θα υπάρχειςθα υπάρχετε
θα υπάρχειθα υπάρχουν(ε)
Fut
ur
θα υπάρξωθα υπάρξουμε, θα υπάρξομε
θα υπάρξειςθα υπάρξετε
θα υπάρξειθα υπάρξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υπάρξειθα έχουμε υπάρξει
θα έχεις υπάρξειθα έχετε υπάρξει
θα έχει υπάρξειθα έχουν υπάρξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υπάρχωνα υπάρχουμε, να υπάρχομε
να υπάρχειςνα υπάρχετε
να υπάρχεινα υπάρχουν(ε)
Aoristνα υπάρξωνα υπάρξουμε, να υπάρξομε
να υπάρξειςνα υπάρξετε
να υπάρξεινα υπάρξουν(ε)
Perfνα έχω υπάρξεινα έχουμε υπάρξει
να έχεις υπάρξεινα έχετε υπάρξει
να έχει υπάρξεινα έχουν υπάρξει
Imper
ativ
Presυπάρχετε
Aoristυπάρξτε, υπάρξετε
Part
izip
Presυπάρχοντας
Perf έχοντας υπάρξει
InfinAoristυπάρξει





Person Wortform
Präsens ich
du
er, sie, es liegt vor
Präteritum er, sie, es lag vor
Konjunktiv II er, sie, es läge vor
Imperativ Singular
Plural
Perfekt Partizip II Hilfsverb
vorgelegen haben, sein
Alle weiteren Formen: Flexion:vorliegen


Griechische Definition zu υπάρχω

υπάρχω [ipárxo] Ρ πρτ. υπήρχα, αόρ. υπήρξα, απαρέμφ. υπάρξει : I1.για κπ. ή για κτ. που έχει υλική υπόσταση, που έχει οντότητα: Όταν εγώ δε θα υπάρχω πια…, δε θα ζω. Σκέφτομαι, άρα υπάρχω. Πέρυσι αυτό το σπίτι δεν υπήρ χε εδώ. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υπάρχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15