τρελαίνω  Verb  [treleno, trelainw]

Ähnliche Bedeutung wie τρελαίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze τρελαίνω

... κορμί Ελένη Τρελαίνομαι (Kλίμα τροπικό) Και τι έγινε Παραλύω Πάρτε τα όλα Εκατομμύρια Σεντόνια Οπτικοποιήθηκαν τα τραγούδια Τρελαίνομαι (Κλίμα Τροπικό) ...

... κι ανακαλύπτει πως την απατά με μια ιθαγενή. Ο Λέβετ, ο σύζυγός της, τρελαίνεται και εξωθεί την ερωμένη του στην αυτοκτονία. Στη συνέχεια αποπειράται ...

... παράγοντας, που μπορεί να διαλύσει τα πάντα. Οι ορμόνες των εφήβων, που τρελαίνονται με το παραμικρό με τις αισθηματικές τους ανησυχίες. Τα πράγματα μάλιστα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verrückt machen

... Verrückt nach Dir (Originaltitel: Mad About You) ist eine von 1992 bis 1999 von Paul Reiser und Danny Jacobson produzierte Comedyserie. Die Serie handelt ...

... April bis 6. Mai 2018 Verrückt nach Meer in der Internet Movie Database (englisch) Verrückt nach Meer bei Fernsehserien.de Verrückt nach Meer auf daserste ...

... fernsehserien.de: Verrückt nach Meer - Staffel 1 fernsehserien.de: Verrückt nach Meer - Staffel 2 fernsehserien.de: Verrückt nach Meer - Staffel ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΤΡΕΛΑΙΝΩ
go insane
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τρελαίνωτρελαίνουμε, τρελαίνομετρελαίνομαιτρελαινόμαστε
τρελαίνειςτρελαίνετετρελαίνεσαιτρελαίνεστε, τρελαινόσαστε
τρελαίνειτρελαίνουν(ε)τρελαίνεταιτρελαίνονται
Imper
fekt
τρέλαινατρελαίναμετρελαινόμουν(α)τρελαινόμαστε, τρελαινόμασταν
τρέλαινεςτρελαίνατετρελαινόσουν(α)τρελαινόσαστε, τρελαινόσασταν
τρέλαινετρέλαιναν, τρελαίναν(ε)τρελαινόταν(ε)τρελαίνονταν, τρελαινόντανε, τρελαινόντουσαν
Aoristτρέλανατρελάναμετρελάθηκατρελαθήκαμε
τρέλανεςτρελάνατετρελάθηκεςτρελαθήκατε
τρέλανετρέλαναν, τρελάναν(ε)τρελάθηκετρελάθηκαν, τρελαθήκαν(ε)
Per
fect
έχω τρελάνει
έχω τρελαμένο
έχουμε τρελάνει
έχουμε τρελαμένο
έχω τρελαθεί
είμαι τρελαμένος, -η
έχουμε τρελαθεί
είμαστε τρελαμένοι, -ες
έχεις τρελάνει
έχεις τρελαμένο
έχετε τρελάνει
έχετε τρελαμένο
έχεις τρελαθεί
είσαι τρελαμένος, -η
έχετε τρελαθεί
είστε τρελαμένοι, -ες
έχει τρελάνει
έχει τρελαμένο
έχουν τρελάνει
έχουν τρελαμένο
έχει τρελαθεί
είναι τρελαμένος, -η, -ο
έχουν τρελαθεί
είναι τρελαμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα τρελάνει
είχα τρελαμένο
είχαμε τρελάνει
είχαμε τρελαμένο
είχα τρελαθεί
ήμουν τρελαμένος, -η
είχαμε τρελαθεί
ήμαστε τρελαμένοι, -ες
είχες τρελάνει
είχες τρελαμένο
είχατε τρελάνει
είχατε τρελαμένο
είχες τρελαθεί
ήσουν τρελαμένος, -η
είχατε τρελαθεί
ήσαστε τρελαμένοι, -ες
είχε τρελάνει
είχε τρελαμένο
είχαν τρελάνει
είχαν τρελαμένο
είχε τρελαθεί
ήταν τρελαμένος, -η, -ο
είχαν τρελαθεί
ήταν τρελαμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τρελαίνωθα τρελαίνουμε, θα τρελαίνομεθα τρελαίνομαιθα τρελαινόμαστε
θα τρελαίνειςθα τρελαίνετεθα τρελαίνεσαιθα τρελαίνεστε, θα τρελαινόσαστε
θα τρελαίνειθα τρελαίνουν(ε)θα τρελαίνεταιθα τρελαίνονται
Fut
ur
θα τρελάνωθα τρελάνουμε, θα τρελάνομεθα τρελαθώθα τρελαθούμε
θα τρελάνειςθα τρελάνετεθα τρελαθείςθα τρελαθείτε
θα τρελάνειθα τρελάνουν(ε)θα τρελαθείθα τρελαθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τρελάνει
θα έχω τρελαμένο
θα έχουμε τρελάνει
θα έχουμε τρελαμένο
θα έχω τρελαθεί
θα είμαι τρελαμένος, -η
θα έχουμε τρελαθεί
θα είμαστε τρελαμένοι, -ες
θα έχεις τρελάνει
θα έχεις τρελαμένο
θα έχετε τρελάνει
θα έχετε τρελαμένο
θα έχεις τρελαθεί
θα είσαι τρελαμένος, -η
θα έχετε τρελαθεί
θα είστε τρελαμένοι, -ες
θα έχει τρελάνει
θα έχει τρελαμένο
θα έχουν τρελάνει
θα έχουν τρελαμένο
θα έχει τρελαθεί
θα είναι τρελαμένος, -η, -ο
θα έχουν τρελαθεί
θα είναι τρελαμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τρελαίνωνα τρελαίνουμε, να τρελαίνομενα τρελαίνομαινα τρελαινόμαστε
να τρελαίνειςνα τρελαίνετενα τρελαίνεσαινα τρελαίνεστε, να τρελαινόσαστε
να τρελαίνεινα τρελαίνουν(ε)να τρελαίνεταινα τρελαίνονται
Aoristνα τρελάνωνα τρελάνουμε, να τρελάνομενα τρελαθώνα τρελαθούμε
να τρελάνειςνα τρελάνετενα τρελαθείςνα τρελαθείτε
να τρελάνεινα τρελάνουν(ε)να τρελαθείνα τρελαθούν(ε)
Perfνα έχω τρελάνει
να έχω τρελαμένο
να έχουμε τρελάνει
να έχουμε τρελαμένο
να έχω τρελαθεί
να είμαι τρελαμένος, -η
να έχουμε τρελαθεί
να είμαστε τρελαμένοι, -ες
να έχεις τρελάνει
να έχεις τρελαμένο
να έχετε τρελάνει
να έχετε τρελαμένο
να έχεις τρελαθεί
να είσαι τρελαμένος, -η
να έχετε τρελαθεί
να είστε τρελαμένοι, -ες
να έχει τρελάνει
να έχει τρελαμένο
να έχουν τρελάνει
να έχουν τρελαμένο
να έχει τρελαθεί
να είναι τρελαμένος, -η, -ο
να έχουν τρελαθεί
να είναι τρελαμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτρέλαινετρελαίνετετρελαίνεστε
Aoristτρέλανετρελάνετετρελαθείτε
Part
izip
Presτρελαίνοντας
Perfέχοντας τρελάνει, έχοντας τρελαμένοτρελαμένος, -η, -οτρελαμένοι, -ες, -α
InfinAoristτρελάνειτρελαθεί


Griechische Definition zu τρελαίνω

τρελαίνω [treléno] -ομαι : I. κάνω κπ. να παραφρονήσει, τον κάνω τρελόI1α: Πολλοί αιχμάλωτοι τρελάθηκαν από τα φρικτά βασανιστήρια. Tον τρέλαναν οι αλλεπάλληλες συμφορές. || Tρελάθηκε, έπαθε τρέλα. II. (μτφ.) 1α. (παθ.) συμπεριφέρομαι, ενεργώ απερίσκεπτα, ανόητα: Δεν τρελάθηκα να πουλήσω το οικόπεδο για ένα κομμάτι ψωμί. Tρελάθηκες; πού θα πας με τέτοιο κρύο! Γύρνα πίσω, τρελαμένε! β. κάνω κπ. να υποφέρει πολύ ή τον εκνευρίζω πολύ: Mε τρέλανε ο πονοκέφαλος. Tον τρέλαναν στο ξύλο. Mε τρέλανες με τις φωνές σου. Tρελάθηκα στην πείνα / από την αγωνία. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τρελαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15