τρέμω  Verb  [tremo, tremw]

Ähnliche Bedeutung wie τρέμω


Beispielsätze τρέμω

... καταλαμβάνονταν από ενθουσιασμό και ιερή μανία Από το ρήμα θρέομαι, θροέω =κράζω μεγαλοφώνως, θορυβώ προκαλώντας θρούν -θρόϊσμα, παθητικώς: ταράσσομαι, τρέμω ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schlottern

... Elisa Johanna Lucie Schlott (* 7. Februar 1994 in Berlin) ist eine deutsche Schauspielerin. Als Jugendliche spielte Schlott in ihren ersten Fernsehproduktionen ...

... Eine Schlotte ist eine natürliche Höhle im Karstgebirge. Schlotten entstehen durch Auswaschungen des umgebenden Gesteins, hauptsächlich in Anhydrit oder ...

... Schlotter ist der Familienname folgender Personen: Eberhard Schlotter (1921–2014), deutscher Maler und Grafiker Georg Schlotter (1889–1915), deutscher ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΤΡΕΜΩ
I shake
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τρέμωτρέμουμε, τρέμομε
τρέμειςτρέμετε
τρέμειτρέμουν(ε)
Imper
fekt
έτρεματρέμαμε
έτρεμεςτρέματε
έτρεμεέτρεμαν, τρέμαν(ε)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τρέμωθα τρέμουμε, θα τρέμομε
θα τρέμειςθα τρέμετε
θα τρέμειθα τρέμουν(ε)
SUB
JUNC
TIVE
Präs
enz
να τρέμωνα τρέμουμε, να τρέμομε
να τρέμειςνα τρέμετε
να τρέμεινα τρέμουν(ε)
Imper
ativ
Presτρέμετρέμετε
Part
izip
Presτρέμοντας






Griechische Definition zu τρέμω

τρέμω [trémo] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) : I1. αναταράζομαι από αλλεπάλληλες γρήγορες και ακούσιες κινήσεις, που τις προκαλούν φυσικά ή ψυχικά αίτια: τρέμω από το κρύο / από τον πυρετό. τρέμω από (το) θυμό (μου) / από (την) ταραχή (μου) / από (τη) συγκίνησή (μου) / από (την) αγωνία (μου). Tρέμουν τα πόδια μου / τα χέρια μου / τα χείλια μου. Έτρεμε σύγκορμος. τρέμω σαν το φύλλο / το βούρλο / το καλάμι / το ψάρι. (έκφρ.) τρέμουν / (μου) κόπηκαν τα γόνατά* μου. ΦΡ τρέμει / κρυώνει σαν γύφτος*. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τρέμω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15