σφάλλω  Verb  [sfallo, sfallw]


Beispielsätze σφάλλω

... κυριότερο μετάλλευμά του. Η λέξη σφαλερίτης προέρχεται από το ελληνικό ρήμα «σφάλλω», επειδή πολύ συχνά τον θεωρούσαν γαληνίτη. Το καθαρό ορυκτό, που ανευρίσκεται ...

... διδάσκουν σε πρώτη ευκαιρία την «αμφισβήτηση των ειδικών» (οι οποίοι μπορεί να σφάλλουν και να καθοδηγούν λανθασμένα) και να ενθαρρύνουν περισσότερο την εμπιστοσύνη ...

... εξασφαλισμένη χάρη στις αρετές του αγίου Πέτρου. Η Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν σφάλλει ποτέ, ούτε και πρόκειται ποτέ να σφάλει". Η Άννα Κομνηνή θεωρούσε σαν βασικά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich irren

... IRR steht für: Infrarot-Radiometer, Messinstrument an Bord vom European Remote Sensing Satellite Infrarot-Reflektografie, Sichtbarmachung maltechnischer ...

... internationalen Films Irren ist männlich in der Internet Movie Database (englisch) Irren ist männlich bei filmportal.de Filmkritik Irren ist männlich bei ...

... Irre (von irr) steht für Irre, Roman von Rainald Goetz Der Irre, Erzählung von Georg Heym Geisteskranke (umgangssprachlich, abwertend) IRRE Inline ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΦΑΛΛΩ
I am mistaken
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σφάλλωσφάλλουμε, σφάλλομε
σφάλλειςσφάλλετε
σφάλλεισφάλλουν(ε)
Imper
fekt
έσφαλλασφάλλαμε
έσφαλλεςσφάλλατε
έσφαλλεέσφαλλαν, σφάλλαν(ε)
Aoristέσφαλασφάλαμε
έσφαλεςσφάλατε
έσφαλεέσφαλαν, σφάλαν(ε)
Per
fect
έχω σφάλειέχουμε σφάλει
έχεις σφάλειέχετε σφάλει
έχει σφάλειέχουν σφάλει
Plu
per
fect
είχα σφάλειείχαμε σφάλει
είχες σφάλειείχατε σφάλει
είχε σφάλειείχαν σφάλει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σφάλλωθα σφάλλουμε, θα σφάλλομε
θα σφάλλειςθα σφάλλετε
θα σφάλλειθα σφάλλουν(ε)
Fut
ur
θα σφάλωθα σφάλουμε, θα σφάλομε
θα σφάλειςθα σφάλετε
θα σφάλειθα σφάλουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σφάλειθα έχουμε σφάλει
θα έχεις σφάλειθα έχετε σφάλει
θα έχει σφάλειθα έχουν σφάλει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σφάλλωνα σφάλλουμε, να σφάλλομε
να σφάλλειςνα σφάλλετε
να σφάλλεινα σφάλλουν(ε)
Aoristνα σφάλωνα σφάλουμε, να σφάλομε
να σφάλειςνα σφάλετε
να σφάλεινα σφάλουν(ε)
Perfνα έχω σφάλεινα έχουμε σφάλει
να έχεις σφάλεινα έχετε σφάλει
να έχει σφάλεινα έχουν σφάλει
Imper
ativ
Presσφάλλεσφάλλετε
Aoristσφάλεσφάλτε, σφάλετε
Part
izip
Presσφάλλοντας
Perfέχοντας σφάλει
InfinAoristσφάλει


Griechische Definition zu σφάλλω

σφάλλω [sfálo] Ρ πρτ. έσφαλλα, αόρ. έσφαλα, απαρέμφ. σφάλει, μππ. εσφαλμένος* : κάνω σφάλμα, ενεργώ λανθασμένα ή σχηματίζω λανθασμένη γνώμη: Ομολογώ ότι έσφαλα, έφταιξα. Σφάλλεις αν πιστεύεις ότι θα με μεταπείσεις, κάνεις λάθος.

[λόγ. < αρχ. σφάλλω `κάνω κπ. να πέσει΄, σφάλλομαι `κάνω λάθος΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σφάλλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15