συντρέχω  Verb  [sintrecho, syntrexw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie συντρέχω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συντρέχω

... διάδικοι. Το δικαστήριο αποφάσιζε μία εκ των δύο προτάσεων, ανάλογα με τις συντρέχουσες κάθε φορά επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιπτώσεις. Τέτοιας παρόμοιας ...

... σύγκλητος του πανεπιστημίου στο οποίο δίδασκε ο αποχωρών, συνήθως όταν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Κύρια προϋπόθεση είναι να έχει διακριθεί ο αποχωρών ...

... πρόσκαιρη κάθειρξη (5-20 χρόνια). Ο βρασμός ψυχικής ορμής θα πρέπει να συντρέχει και κατά την απόφαση για την τέλεση του εγκλήματος και κατά την στιγμή ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΥΝΤΡΕΧΩ
I contribute
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συντρέχωσυντρέχουμε, συντρέχομε
συντρέχειςσυντρέχετε
συντρέχεισυντρέχουν(ε)
Imper
fekt
συνέτρεχασυντρέχαμε
συνέτρεχεςσυντρέχατε
συνέτρεχεσυνέτρεχαν, συντρέχαν(ε)
Aoristσυνέτρεξα, συνέδραμασυντρέξαμε, συνδράμαμε
συνέτρεξες, συνέδραμεςσυντρέξατε, συνδράματε
συνέτρεξε, συνέδραμεσυνέτρεξαν, συντρέξαν(ε), συνέδραμαν, συνδράμαν(ε)
Per
fect
έχω συντρέξει
έχω συμδράμει
έχουμε συντρέξει
έχουμε συμδράμει
έχεις συντρέξει
έχεις συμδράμει
έχετε συντρέξει
έχετε συμδράμει
έχει συντρέξει
έχει συμδράμει
έχουν συντρέξει
έχουν συμδράμει
Plu
per
fect
είχα συντρέξει
είχα συμδράμει
είχαμε συντρέξει
είχαμε συμδράμει
είχες συντρέξει
είχες συμδράμει
είχατε συντρέξει
είχατε συμδράμει
είχε συντρέξει
είχε συμδράμει
είχαν συντρέξει
είχαν συμδράμει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συντρέχωθα συντρέχουμε, θα συντρέχομε
θα συντρέχειςθα συντρέχετε
θα συντρέχειθα συντρέχουν(ε)
Fut
ur
θα συντρέξω, θα συδράμωθα συντρέξουμε, θα συνδράμουμε
θα συντρέξεις, θα συνδράμειςθα συντρέξετε, θα συνδράμετε
θα συντρέξει, θα συνδράμειθα συντρέξουν(ε), θα συνδράμουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συντρέξει
θα έχω συμδράμει
θα έχουμε συντρέξει
θα έχουμε συμδράμει
θα έχεις συντρέξει
θα έχεις συμδράμει
θα έχετε συντρέξει
θα έχετε συμδράμει
θα έχει συντρέξει
θα έχει συμδράμει
θα έχουν συντρέξει
θα έχουν συμδράμει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συντρέχωνα συντρέχουμε
να συντρέχειςνα συντρέχετε
να συντρέχεινα συντρέχουν(ε)
Aoristνα συντρέξω, να συνδράμωνα συντρέξουμε, να συνδράμουμε
να συντρέξεις, να συνδράμειςνα συντρέξετε, να συνδράμετε
να συντρέξει, να συνδράμεινα συντρέξουν(ε), να συνσράμουν(ε)
Perfνα έχω συντρέξει
να έχω συμδράμει
να έχουμε συντρέξει
να έχουμε συμδράμει
να έχεις συντρέξει
να έχεις συμδράμει
να έχετε συντρέξει
να έχετε συμδράμει
να έχει συντρέξει
να έχει συμδράμει
να έχουν συντρέξει
να έχουν συμδράμει
Imper
ativ
Presσύντρεχεσυντρέχετε
Aoristσύντρεξεσυντρέξτε, συντδράμετε
Part
izip
Presσυντρέχοντας
Perfέχοντας συντρέξει, έχοντας συμδράμει
InfinAoristσυντρέξει, συνδράμει


Griechische Definition zu συντρέχω

συντρέχω [sindréxo] Ρ αόρ. συνέτρεξα και σύντρεξα, απαρέμφ. συντρέξει : 1.προσφέρω σε κπ. υλική ή ηθική συμπαράσταση: Δε βρέθηκε ένας άνθρωπος να τον συντρέξει στη δυστυχία του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συντρέχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15