συνθέτω  Verb  [sintheto, synthetw]

Ähnliche Bedeutung wie συνθέτω


Beispielsätze συνθέτω

... Ο Σύνθετος αριθμός είναι ο αριθμός που έχει έναν τουλάχιστον διαιρέτη επιπλέον από τον εαυτό του και τη μονάδα. Ως εκ τούτου σύνθετος αριθμός είναι ένας ...

... Ο συνθέτης είναι πρόσωπο που γράφει μουσική για διάφορα όργανα και φωνές, καθώς και για διάφορους συνδυασμούς οργάνων. Βασίζεται σε μουσικό υλικό (κατά ...

... Τα Αστεροειδή (Asteraceae) ή Σύνθετα (Compositae) είναι μια από τις μεγαλύτερες οικογένειες αγγειόσπερμων. Προς το παρόν, η οικογένεια περιλαμβάνει περισσότερα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze komponieren

... Wenn einer nicht Regie führen, nicht schreiben, nicht komponieren kann, wenn einer überhaupt nichts kann, dann wird er Produzent. ...

Quelle: Esperantostern

Grammatik


ΣΥΝΘΕΤΩ
I synthesize
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συνθέτωσυνθέτουμε, συνθέτομεσυντίθεμαισυντιθέμεθα
συνθέτειςσυνθέτετεσυντίθεσαισυντίθεσθε
συνθέτεισυνθέτουν(ε)συντίθεταισυντίθενται
Imper
fekt
συνέθετασυνθέταμε
συνέθετεςσυνθέτατε
συνέθετεσυνέθεταν, συνθέταν(ε)συνετίθετοσυνετίθεντο
Aoristσυνέθεσα, σύνθεσασυνθέσαμεσυντέθηκασυντεθήκαμε
συνέθεσες, σύνθεσεςσυνθέσατεσυντέθηκεςσυντεθήκατε
συνέθεσε, σύνθεσεσυνέθεσαν, σύνθεσαν, συνθέσαν(ε)συντέθηκεσυντέθηκαν, συντεθήκαν(ε)
Per
fect
έχω συνθέσειέχουμε συνθέσειέχω συντεθεί
είμαι συντεθειμένος, -η
έχουμε συντεθεί
είμαστε συντεθειμένοι, -ες
έχεις συνθέσειέχετε συνθέσειέχεις συντεθεί
είσαι συντεθειμένος, -η
έχετε συντεθεί
είστε συντεθειμένοι, -ες
έχει συνθέσειέχουν συνθέσειέχει συντεθεί
είναι συντεθειμένος, -η, -ο
έχουν συντεθεί
είναι συντεθειμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα συνθέσειείχαμε συνθέσειείχα συντεθεί
ήμουν συντεθειμένος, -η
είχαμε συντεθεί
ήμαστε συντεθειμένοι, -ες
είχες συνθέσειείχατε συνθέσειείχες συντεθεί
ήσουν συντεθειμένος, -η
είχατε συντεθεί
ήσαστε συντεθειμένοι, -ες
είχε συνθέσειείχαν συνθέσειείχε συντεθεί
ήταν συντεθειμένος, -η, -ο
είχαν συντεθεί
ήταν συντεθειμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συνθέτωθα συνθέτουμε, θα συνθέτομεθα συντίθεμαιθα συντιθέμεθα
θα συνθέτειςθα συνθέτετεθα συντίθεσαιθα συντίθεσθε
θα συνθέτειθα συνθέτουν(ε)θα συντίθεταιθα συντίθενται
Fut
ur
θα συνθέσωθα συνθέσουμε, θα συνθέσομεθα συντεθώθα συντεθούμε
θα συνθέσειςθα συνθέσετεθα συντεθείςθα συντεθείτε
θα συνθέσειθα συνθέσουν(ε)θα συντεθείθα συντεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συνθέσειθα έχουμε συνθέσειθα έχω συντεθεί
θα είμαι συντεθειμένος, -η
θα έχουμε συντεθεί
θα είμαστε συντεθειμένοι, -ες
θα έχεις συνθέσειθα έχετε συνθέσειθα έχεις συντεθεί
θα είσαι συντεθειμένος, -η
θα έχετε συντεθεί
θα είστε συντεθειμένοι, -ες
θα έχει συνθέσειθα έχουν συνθέσειθα έχει συντεθεί
θα είναι συντεθειμένος, -η, -ο
θα έχουν συντεθεί
θα είναι συντεθειμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συνθέτωνα συνθέτουμε, να συνθέτομενα συντίθεμαινα συντιθέμεθα
να συνθέτειςνα συνθέτετενα συντίθεσαινα συντίθεσθε
να συνθέτεινα συνθέτουν(ε)να συντίθεταινα συντίθενται
Aoristνα συνθέσωνα συνθέσουμε, να συνθέσομενα συντεθώνα συντεθούμε
να συνθέσειςνα συνθέσετενα συντεθείςνα συντεθείτε
να συνθέσεινα συνθέσουν(ε)να συντεθείνα συντεθούν(ε)
Perfνα έχω συνθέσεινα έχουμε συνθέσεινα έχω συντεθεί
να είμαι συντεθειμένος, -η
να έχουμε συντεθεί
να είμαστε συντεθειμένοι, -ες
να έχεις συνθέσεινα έχετε συνθέσεινα έχεις συντεθεί
να είσαι συντεθειμένος, -η
να έχετε συντεθεί
να είστε συντεθειμένοι, -ες
να έχει συνθέσεινα έχουν συνθέσεινα έχει συντεθεί
να είναι συντεθειμένος, -η, -ο
να έχουν συντεθεί
να είναι συντεθειμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presέκθετεσυνθέτετεσυντίθεσθε
Aoristέκθεσεσυνθέσετε, συνθέστεσυνθέσουσυντεθείτε
Part
izip
Presσυνθέτοντας
Perfέχοντας συνθέσεισυντεθειμένος, -η, -οσυντεθειμένοι, -ες, -α
InfinAoristσυνθέσεισυντεθεί






Griechische Definition zu συνθέτω

συνθέτω [sinθéto] -ομαι, συντίθεμαι [sindíθeme] Ρ αόρ. συνέθεσα και (προφ.) σύνθεσα, απαρέμφ. συνθέσει, παθ. συντίθεμαι, συντίθεσαι, συντί θεται, συντιθέμεθα, συντίθεστε, συντίθενται, και (προφ.) συνθέτομαι, αόρ. συντέθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και συνετέθη, συνετέθησαν, απαρέμφ. συντεθεί, μππ. συνθεμένος και συντεθειμένος* : 1.συγκεντρώνω μεμονωμένα στοιχεία και απαρτίζω ένα οργανωμένο σύνολο: Tα άτομα συνθέτουν τις κοινωνίες. Ο νους συνθέτει και αναλύει τις έννοιες. Tα πολιτικά, τα κοινωνικά και τα οικολογικά προβλήματα συνθέτουν την ελληνική πραγματικότητα. Tυπικά στοιχεία από τα οποία συντίθεται η προφορική ποίη ση. (απαρχ. έκφρ.) (κτ. διαλύεται) εις τα εξ ων συνετέθη, για πλήρη διάλυ ση, αποσύνθεση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συνθέτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15