συνηθίζω  Verb  [sinithizo, synhthizw]

Ähnliche Bedeutung wie συνηθίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συνηθίζω

... στρατιώτες. Το ρωμαϊκό πεζικό στη μάχη είχε βαθύτερο σχηματισμό από ό,τι συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, και ο Αννίβας αποφάσισε να τους αντιμετωπίσει χρησιμοποιώντας ...

... της χαμηλότερης φωνής (του «μπάσου») προκαλώντας ένα επιβλητικό εφέ, συνηθίζεται η χαμηλότερη φωνή να μπαίνει τελευταία. Αν η φούγκα έχει μονό αριθμό ...

... Παύλος δεν τα υποστήριξε με παραθέματα από την Παλαιά Διαθήκη, κάτι που συνήθιζε να κάνει διαλεγόμενος με Ιουδαίους, άλλα χρησιμοποίησε στοιχεία γνωστά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze gewöhnen an

... die neu positionierten Zahnwurzeln besser an die neue Position durch Nachwachsen des Kieferknochen gewöhnen. Die Gefahr eines Rezidivs kann durch einen ...

... langsam an die neuen Gegebenheiten gewöhnen. Entzugserscheinungen werden dadurch weitgehend vermieden. Darüber hinaus kann durch die langsame Gewöhnung an niedrige ...

... Reihenhaussiedlung in Hannover wiederfinden und versuchen, sich dort an die neuen Lebensumstände zu gewöhnen. In Großbritannien wird die Monarchie abgeschafft, weshalb ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΥΝΗΘΙΖΩ
I get used to
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συνηθίζωσυνηθίζουμε, συνηθίζομε
συνηθίζειςσυνηθίζετε
συνηθίζεισυνηθίζουν(ε)
Imper
fekt
συνήθιζασυνηθίζαμε
συνήθιζεςσυνηθίζατε
συνήθιζεσυνήθιζαν, συνηθίζαν(ε)
Aoristσυνήθισασυνηθίσαμε
συνήθισεςσυνηθίσατε
συνήθισεσυνήθισαν, συνηθίσαν(ε)
Per
fect
έχω συνηθίσειέχουμε συνηθίσει
έχεις συνηθίσειέχετε συνηθίσει
έχει συνηθίσειέχουν συνηθίσει
Plu
per
fect
είχα συνηθίσειείχαμε συνηθίσει
είχες συνηθίσειείχατε συνηθίσει
είχε συνηθίσειείχαν συνηθίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συνηθίζωθα συνηθίζουμε, θα συνηθίζομε
θα συνηθίζειςθα συνηθίζετε
θα συνηθίζειθα συνηθίζουν(ε)
Fut
ur
θα συνηθίσωθα συνηθίσουμε, θα συνηθίζομε
θα συνηθίσειςθα συνηθίσετε
θα συνηθίσειθα συνηθίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συνηθίσειθα έχουμε συνηθίσει
θα έχεις συνηθίσειθα έχετε συνηθίσει
θα έχει συνηθίσειθα έχουν συνηθίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συνηθίζωνα συνηθίζουμε, να συνηθίζομε
να συνηθίζειςνα συνηθίζετε
να συνηθίζεινα συνηθίζουν(ε)
Aoristνα συνηθίσωνα συνηθίσουμε, να συνηθίσομε
να συνηθίσειςνα συνηθίσετε
να συνηθίσεινα συνηθίσουν(ε)
Perfνα έχω συνηθίσεινα έχουμε συνηθίσει
να έχεις συνηθίσεινα έχετε συνηθίσει
να έχει συνηθίσεινα έχουν συνηθίσει
Imper
ativ
Presσυνήθιζεσυνηθίζετε
Aoristσυνήθισεσυνηθίστε
Part
izip
Presσυνηθίζοντας
Perfέχοντας συνηθίσει
InfinAoristσυνηθίσει


Griechische Definition zu συνηθίζω

συνηθίζω [siniθízo] -ομαι μππ. συνηθισμένος* : 1α.κάνω κτ. συχνά και συστηματικά, έχω τη συνήθεια να κάνω κτ.: Συνήθιζε να χρησιμοποιεί ρητά και παροιμίες όταν μιλούσε. Δε συνηθίζω να κατακρίνω τους άλλους. Δεν το συνηθίζω να κοιμάμαι το μεσημέρι. β. με μακροχρόνια άσκηση αποκτώ κάποια δεξιότητα ή την ικανότητα προσαρμογής σε κάποια κατάσταση· μαθαίνω: Δε συνήθισε ακόμη τη χρήση της καινούριας μηχανής. H ξενιτιά / η φτώχεια δε συνηθίζεται. Tο μάτι συνηθίζει σιγά σιγά στο σκοτάδι. Tι είναι ο άνθρωπος… όλα τα συνηθίζει! || εξοικειώνω κπ. σε κτ.: Tα παιδιά να τα συνηθίζεις από μικρά στην καθαριότητα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συνηθίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15