συμμαχώ  Verb  [simmacho, symmaxw]

Ähnliche Bedeutung wie συμμαχώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συμμαχώ

... Φίλιππος συμμάχησε με την Αιτωλική Συμπολιτεία και Σπαρτιάτες πειρατές με στόχο την υποταγή της Ρόδου, της κυριότερης αντιπάλου του. Συμμάχησε επίσης και ...

... Σπαρτιατική Συμμαχία ήταν μια ένωση κρατών της Πελοποννήσου με αρχηγό τη Σπάρτη. Η Συμμαχία αυτή ιδρύθηκε κατά τον 8ο αιώνα - 6ο αιώνα π.Χ. Οι σύμμαχοι της Σπάρτης ...

... τον γαλατική απειλή, του κέρδισε την επωνυμία «ο Σωτήρ». Όντας πιστός σύμμαχος της Ρώμης, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά τους δύο πρώτους Μακεδονικούς ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich verbünden

... Verbund steht für: Bibliotheksverbund, Zusammenschluss mehrerer Bibliotheken Chemischer Produktionsverbund Join (Relationale Algebra), Operation aus ...

... (VSG), auch Verbund-Sicherheitsglas oder selten Sicherheitsverbundglas, stellt einen Verbund aus zwei oder mehr Flachglasscheiben verbunden durch eine ...

... Österreich als „verbundenes Unternehmen“ beschriebene Partner in einer Transaktion wird als nahestehende Person bezeichnet. Es handelt sich um eine Entität ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
συμμαχήσει
μετοχή (ενεστώτας)
συμμαχώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας συμμαχώ συμμαχείς συμμαχεί συμμαχούμε συμμαχείτε συμμαχούν
παρατατικός συμμαχούσα συμμαχούσες συμμαχούσε συμμαχούσαμε συμμαχούσατε συμμαχούσαν
αόριστος συμμάχησα συμμάχησες συμμάχησε συμμαχήσαμε συμμαχήσατε συμμάχησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα συμμαχώ θα συμμαχείς θα συμμαχεί θα συμμαχούμε θα συμμαχείτε θα συμμαχούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα συμμαχήσω θα συμμαχήσεις θα συμμαχήσει θα συμμαχήσουμε θα συμμαχήσετε θα συμμαχήσουν
παρακείμενος α' έχω συμμαχήσει έχεις συμμαχήσει έχει συμμαχήσει έχουμε συμμαχήσει έχετε συμμαχήσει έχουν συμμαχήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα συμμαχήσει είχες συμμαχήσει είχε συμμαχήσει είχαμε συμμαχήσει είχατε συμμαχήσει είχαν συμμαχήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω συμμαχήσει θα έχεις συμμαχήσει θα έχει συμμαχήσει θα έχουμε συμμαχήσει θα έχετε συμμαχήσει θα έχουν συμμαχήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να συμμαχώ να συμμαχείς να συμμαχεί να συμμαχούμε να συμμαχείτε να συμμαχούν
αόριστος να συμμαχήσω να συμμαχήσεις να συμμαχήσει να συμμαχήσουμε να συμμαχήσετε να συμμαχήσουν
παρακείμενος α' να έχω συμμαχήσει να έχεις συμμαχήσει να έχει συμμαχήσει να έχουμε συμμαχήσει να έχετε συμμαχήσει να έχουν συμμαχήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας συμμάχει συμμαχείτε
αόριστος συμμάχησε συμμαχήστε


Griechische Definition zu συμμαχώ

συμμαχώ [simaxó] .9α : 1.συνάπτω συμμαχία με ένα ή με περισσότερα κράτη: H Γαλλία και η Aγγλία συμμάχησαν εναντίον της Γερμανίας στον α' παγκόσμιο πόλεμο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συμμαχώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15