συμβουλευτικός -ή -ό Adj.  [simvuleftikos -i -o, symboyleytikos -h -o]

(4)
(0)

GriechischDeutsch
Ο ΕΚΕΣ έχει ως στόχο να αξιοποιήσει τις υφιστάμενες συμβουλευτικές υπηρεσίες της ΕΤΕπ και της Επιτροπής προκειμένου να παρέχει συμβουλευτική στήριξη για τον εντοπισμό, την κατάρτιση και ανάπτυξη επενδυτικών έργων και ενεργεί ως ενιαίος τεχνικός συμβουλευτικός κόμβος για τη χρηματοδότηση έργων εντός της Ένωσης.Aufbauend auf bestehenden Beratungsdiensten von EIB und Kommission soll die EIAH bei der Ermittlung, Vorbereitung und Entwicklung von Investitionsprojekten beratend zur Seite stehen und als zentrale Anlaufstelle für die Projektfinanzierungsberatung in der Union fungieren.

Übersetzung bestätigt

Στα (τριμερή) συστήματα κοινωνικού διαλόγου σε εθνικό επίπεδο κυριαρχεί συντριπτικά η κυβέρνηση: ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων είναι περισσότερο συμβουλευτικός, ενώ οι επικεφαλής των συνδικαλιστικών οργανώσεων έχουν πολύ στενές σχέσεις με τις αρχές.Der soziale (dreiseitige) Dialog auf nationaler Ebene wird stark vom Staat dominiert: Die Rolle der Sozialpartner ist größtenteils beratend, und führende Gewerkschafter stehen den staatlichen Stellen nahe.

Übersetzung bestätigt

Θα πρέπει τουλάχιστον να εξασφαλισθεί ο συμβουλευτικός ρόλος των κοινωνικών ομάδων που εκπροσωπούνται σε κοινοτικό επίπεδο, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να ληφθούν υπόψη και οι ανάγκες και εμπειρίες των χρηστών.Zumindest sollten die auf Gemeinschaftsebene vertretenen sozialen Gruppen beratend hinzugezogen werden, um u.a. auch die Bedürfnisse und Erfahrungen der Nutzer berücksichtigen zu können.

Übersetzung bestätigt

Και το Συμβούλιο μέσω του προέδρου του βρετανού Υπουργού Οικονομικών κυρίου Brown επιβεβαίωσε σήμερα το πρωί ότι ο ρόλος του Κοινοβουλίου είναι «συμβουλευτικός».Und der Rat hat heute vormittag durch seinen Präsidenten, den britischen Finanzminister Brown, bestätigt, daß die Rolle des Parlaments "beratend" ist.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme

Grammatik

  • συμβουλευτικός (maskulin)
  • συμβουλευτική (feminin)
  • συμβουλευτικό (neutrum)


Griechische Definition zu συμβουλευτικός -ή -ό

συμβουλευτικός -ή -ό [simvuleftikós] : που δίνει συμβουλές χωρίς όμως να έχει τη δικαιοδοσία ή το σκοπό να τις επιβάλει: συμβουλευτικός -ή -ό σταθμός, για νέους, για μητέρες κτλ.: Συμβουλευτική επιτροπή. || που έχει το χαρακτή ρα της συμβουλής, της πρότασης: Συμβουλευτική γνώμη / ψήφος. συμβουλευτικά ΕΠIΡΡ: Tου πρότεινα, συμβουλευτικός -ή -ό μόνο, να αποφύγει αυτή την ενέργεια.

[λόγ. < αρχ. συμβουλευτικός `παραινετικός, εξεταστικός΄ σημδ. γαλλ. consultatif]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback