στεγαστικός -ή -ό Adj.  [stegastikos -i -o, sterastikos -i -o, stegastikos -h -o]

  Adj.
(3)

GriechischDeutsch
Από την άλλη πλευρά, για εκείνους τους τομείς που πρόκειται να βρεθούν στο επίκεντρο των συζητήσεων στο Συμβούλιο, όπως οι υπηρεσίες εστίασης ή ο στεγαστικός τομέας, ή αναφορικά με τη συνέχιση της επιβολής μηδενικών συντελεστών για τα είδη διατροφής και τα φάρμακα, η ισχύς των παρεκκλίσεων θα μπορούσε να παραταθεί.Andererseits könnten die Ausnahmeregelungen für Bereiche, die aller Voraussicht nach im Mittelpunkt der Diskussionen im Rat stehen werden wie der Wohnungsbau, das Gaststättengewerbe oder die Frage, ob für Nahrungsund Arzneimittel weiterhin ein Nullsatz gelten soll verlängert werden.

Übersetzung bestätigt

Επιπλέον, είναι σημαντικό να εξασφαλίζονται ίσες ευκαιρίες για όλα τα ΚΜ σε τομείς όπως ο στεγαστικός τομέας και ο τομέας εστίασης διότι, επί του παρόντος, τα ΚΜ δεν απολαμβάνουν ίσους όρους σε αυτούς τους τομείς.Darüber hinaus ist es wichtig, dass die Mitgliedstaaten in Branchen wie dem Wohnungsbau und dem Gaststättengewerbe gleiche Chancen für alle herstellen, denn in dieser Hinsicht bestehen teilweise noch erhebliche Unterschiede.

Übersetzung bestätigt

Επιπλέον, είναι σημαντικό οι εν λόγω μειωμένοι συντελεστές να γίνουν άμεσα διαθέσιμοι σε όλα τα ΚΜ Με την παροχή κινήτρων προς τους καταναλωτές για την αύξηση δαπανών σε τομείς όπως ο στεγαστικός, οι μειωμένοι συντελεστές μπορεί να έχουν θετικές συνέπειες στην απασχόληση και ιδιαίτερα ως προς την κατηγορία ανειδίκευτων εργαζομένων οι οποίοι είναι αυτοί ακριβώς που κινδυνεύουν να απολυθούν πρώτοι στα πλαίσια της τρέχουσας κρίσης.Dadurch wird der Verbraucher animiert, in Branchen wie dem Wohnungsbau Ausgaben zu tätigen. Damit können die ermäßigten Sätze positive Auswirkungen auf den Arbeitsmarkt haben, insbesondere unter den Geringqualifizierten, und exakt für diese Gruppe ist in der aktuellen Krise das Risiko eines Arbeitsplatzverlusts am größten.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme

Grammatik

  • στεγαστικός (maskulin)
  • στεγαστική (feminin)
  • στεγαστικό (neutrum)


Griechische Definition zu στεγαστικός -ή -ό

στεγαστικός -ή -ό [steγastikós] : που έχει σχέση με τη στέγαση, την απόκτηση στέγης, κατοικίας: H στεγαστική πολιτική της κυβέρνησης. Δίνονται στεγαστικά δάνεια για αγορά πρώτης κατοικίας. Στεγαστικό πρόβλημα, δυσκολία εξεύρεσης κατοικίας εξαιτίας αυξημένης ζήτησης, περιορισμένης οικοδομικής δραστηριότητας κτλ.

[λόγ. στεγασ- (στεγάζω) -τικός]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback