σκύβω  Verb  [skivo, skybw]

Ähnliche Bedeutung wie σκύβω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σκύβω

... από τη θέση εκκίνησης, ίσως με τα χέρια απλωμένα προς τα εμπρός, αντί να σκύβουν όπως οι σύγχρονοι δρομείς. Έτρεχαν γυμνοί σε ένα χαραγμένο διάδρομο. Κατά ...

... κόρη του Ουρανού, Στο όμηρο και κυρίως στην Ιλιάδα έχουν την Αφροδίτη να σκύβει στα γόνατα της μητέρας της Διώνη και εκείνη ως πραγματική της μητέρα την ...

... βρίσκεται στους αιθέρες, καλυμμένος με ένα αέρινο πτυχωτό ύφασμα. Ο Ματθαίος σκύβει στην εργασία του, καθώς ο άγγελος του υπαγορεύει τη συνέχεια. Ο περιβάλλοντας ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich bücken

... und Rumpf, das untere waren die Beine), so dass sie sich bücken oder hinsetzen konnten. Sie hatten Kugelköpfe, einfach gestaltete Körper und sparsam ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΚΥΒΩ
I bend down
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκύβωσκύβουμε, σκύβομε
σκύβειςσκύβετε
σκύβεισκύβουν(ε)
Imper
fekt
έσκυβασκύβαμε
έσκυβεςσκύβατε
έσκυβεέσκυβαν, σκύβαν(ε)
Aoristέσκυψασκύψαμε
έσκυψεςσκύψατε
έσκυψεέσκυψαν, σκύψαν(ε)
Per
fect
έχω σκύψειέχουμε σκύψει
έχεις σκύψειέχετε σκύψει
έχει σκύψειέχουν σκύψει
Plu
per
fect
είχα σκύψειείχαμε σκύψει
είχες σκύψειείχατε σκύψει
είχε σκύψειείχαν σκύψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκύβωθα σκύβουμε, θα σκύβομε
θα σκύβειςθα σκύβετε
θα σκύβειθα σκύβουν(ε)
Fut
ur
θα σκύψωθα σκύψουμε, θα σκύψομε
θα σκύψειςθα σκύψετε
θα σκύψειθα σκύψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκύψειθα έχουμε σκύψει
θα έχεις σκύψειθα έχετε σκύψει
θα έχει σκύψειθα έχουν σκύψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκύβωνα σκύβουμε, να σκύβομε
να σκύβειςνα σκύβετε
να σκύβεινα σκύβουν(ε)
Aoristνα σκύψωνα σκύψουμε, να σκύψομε
να σκύψειςνα σκύψετε
να σκύψεινα σκύψουν(ε)
Perfνα έχω σκύψεινα έχουμε σκύψει
να έχεις σκύψεινα έχετε σκύψει
να έχει σκύψεινα έχουν σκύψει
Imper
ativ
Presσκύβεσκύβετε
Aoristσκύψεσκύψτε, σκύφτε
Part
izip
Presσκύβοντας
Perfέχοντας σκύψει
InfinAoristσκύψει


Griechische Definition zu σκύβω

σκύβω [skívo] Ρ4α μππ. σκυμμένος : γέρνω το σώμα προς τα εμπρός και κάτω: Έσκυψε από το παράθυρο για να δει καλύτερα. Mη σκύβεις από το μπαλκόνι, θα πέσεις! Έσκυψε να πάρει το μαντίλι από το πάτωμα. Σκύβει και μου λέει στ΄ αυτί… || σκύβω το κεφάλι και: α. ως έκφραση: σκύβω το κεφάλι από ντροπή. Tον άκουγε με σκυμμένο το κεφάλι. β. ως ΦΡ υπακούω δουλικά, υποτάσσομαι: Δεν έσκυψαν το κεφάλι στον κατακτητή. || σκύβω πάνω από κπ. ή από κτ. και μτφ. ασχολούμαι με κπ. ή με κτ. με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αγάπη και προσοχή: Περιμένουμε από τις νέες γενιές να σκύψουν με αγάπη πάνω από το σολωμικό έργο. || Όλη μέρα σκυμμένος στα χαρτιά και στα βιβλία του.

[μσν. σκύ(φτω) μεταπλ. -βω με βάση το συνοπτ. θ. σκυψ- κατά το σχ.: τριψ- (έτριψα) - τρίβω, < σκύπτω (ανομ. τρόπου άρθρ. [pt > ft] ) < αρχ. κύπτω (ανάπτ. προτακτ. [s] ;)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σκύβω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15