σκληραίνω  Verb  [sklireno, sklhrainw]

Ähnliche Bedeutung wie σκληραίνω


Beispielsätze σκληραίνω

... Η Θεοφανώ Σκλήραινα (960 - 15 Ιουνίου 991) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν αυτοκράτειρα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, σύζυγος του Όθωνα Β΄ ...

... κάθε κόλλας. Υπάρχουν κόλλες που σκληραίνουν όταν εξατμιστεί το διαλυτικό το οποίο περιέχουν, άλλες κόλλες που σκληραίνουν όταν κρυσταλλωθούν, άλλες όταν ...

... σε: Υδατοπαγή είναι αυτά που σκληραίνουν με την επίδραση του νερού (π.χ. τσιμέντο) Αεροπαγή είναι αυτά που σκληραίνουν με την επίδραση του αέρα (π.χ ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΚΛΗΡΑΙΝΩ
I harden
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκληραίνωσκληραίνουμε, σκληραίνομε
σκληραίνειςσκληραίνετε
σκληραίνεισκληραίνουν(ε)
Imper
fekt
σκλήραινασκληραίναμε
σκλήραινεςσκληραίνατε
σκλήραινεσκλήραιναν, σκληραίναν(ε)
Aoristσκλήρυνασκληρύναμε
σκλήρυνεςσκληρύνατε
σκλήρυνεσκλήρυναν, σκληρύναν(ε)
Per
fect
έχω σκληρύνειέχουμε σκληρύνει
έχεις σκληρύνειέχετε σκληρύνει
έχει σκληρύνειέχουν σκληρύνει
Plu
per
fect
είχα σκληρύνειείχαμε σκληρύνει
είχες σκληρύνειείχατε σκληρύνει
είχε σκληρύνειείχαν σκληρύνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκληραίνωθα σκληραίνουμε, θα σκληραίνομε
θα σκληραίνειςθα σκληραίνετε
θα σκληραίνειθα σκληραίνουν(ε)
Fut
ur
θα σκληρύνωθα σκληρύνουμε, θα σκληρύνομε
θα σκληρύνειςθα σκληρύνετε
θα σκληρύνειθα σκληρύνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκληρύνειθα έχουμε σκληρύνει
θα έχεις σκληρύνειθα έχετε σκληρύνει
θα έχει σκληρύνειθα έχουν σκληρύνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκληραίνωνα σκληραίνουμε, να σκληραίνομε
να σκληραίνειςνα σκληραίνετε
να σκληραίνεινα σκληραίνουν(ε)
Aoristνα σκληρύνωνα σκληρύνουμε, να σκληρύνομε
να σκληρύνειςνα σκληρύνετε
να σκληρύνεινα σκληρύνουν(ε)
Perfνα έχω σκληρύνεινα έχουμε σκληρύνει
να έχεις σκληρύνεινα έχετε σκληρύνει
να έχει σκληρύνεινα έχουν σκληρύνει
Imper
ativ
Presσκλήραινεσκληραίνετε
Aoristσκλήρυνεσκληρύνετε
Part
izip
Presσκληραίνοντας
Perfέχοντας σκληρύνει
InfinAoristσκληρύνει




Griechische Definition zu σκληραίνω

σκληραίνω [skdivréno] -ομαι .4α παθ. αόρ. σκληρύνθηκα, απαρέμφ. σκληρυνθεί : α. κάνω κτ. σκληρό: H ζέστη σκληραίνει το χώμα. || (μτφ.): H ζωή σκληραίνει τον άνθρωπο. β. γίνομαι σκληρός: Σκλήρυναν τα κουκιά. Tα χαρακτηριστικά του προσώπου σκληραίνουν με τα χρόνια. || (μτφ.): Σκληραίνει τη στάση του / τη θέση του, γίνεται ανυποχώρητος.

[αρχ. σκληρ(ύνω) μεταπλ. -αίνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σκληραίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15