σιδερώνω  Verb  [siderono, sitherono, siderwnw]

Ähnliche Bedeutung wie σιδερώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σιδερώνω

... Ντράσσα [ 50 ] το Ρυτό [ 148 ] Δ.δ. Κατακαλίου [ 433 ] το Κατακάλι [ 135 ] η Αρακούκια [ 152 ] τα Βλασαίικα [ 111 ] η Σιδερώνα [ 35 ] Επίσημη σελίδα ...

... και καταστάσεις διαθέτοντας σιδερώστρες και σίδερα μαζί τους ώστε να σιδερώνουν. Μερικές ενδεικτικές τοποθεσίες όπου έχουν χρησιμοποιηθεί για σιδέρωμα ...

... Κατακαλίου [342] η Αρακούκια [77] τα Βλασαίικα [128] το Κατακάλι [106] η Σιδερώνα [31] Η Δημοτική ενότητα Σολυγείας έχει πληθυσμό 2723 κατοίκους και περιλαμβάνει ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΙΔΕΡΩΝΩ
I iron
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σιδερώνωσιδερώνουμε, σιδερώνομεσιδερώνομαισιδερωνόμαστε
σιδερώνειςσιδερώνετεσιδερώνεσαισιδερώνεστε, σιδερωνόσαστε
σιδερώνεισιδερώνουν(ε)σιδερώνεταισιδερώνονται
Imper
fekt
σιδέρωνασιδερώναμεσιδερωνόμουν(α)σιδερωνόμαστε, σιδερωνόμασταν
σιδέρωνεςσιδερώνατεσιδερωνόσουν(α)σιδερωνόσαστε, σιδερωνόσασταν
σιδέρωνεσιδέρωναν, σιδερώναν(ε)σιδερωνόταν(ε)σιδερώνονταν, σιδερωνόντανε, σιδερωνόντουσαν
Aoristσιδέρωσασιδερώσαμεσιδερώθηκασιδερωθήκαμε
σιδέρωσεςσιδερώσατεσιδερώθηκεςσιδερωθήκατε
σιδέρωσεσιδέρωσαν, σιδερώσαν(ε)σιδερώθηκεσιδερώθηκαν, σιδερωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω σιδερώσει
έχω σιδερωμένο
έχουμε σιδερώσει
έχουμε σιδερωμένο
έχω σιδερωθεί
είμαι σιδερωμένος, -η
έχουμε σιδερωθεί
είμαστε σιδερωμένοι, -ες
έχεις σιδερώσει
έχεις σιδερωμένο
έχετε σιδερώσει
έχετε σιδερωμένο
έχεις σιδερωθεί
είσαι σιδερωμένος, -η
έχετε σιδερωθεί
είστε σιδερωμένοι, -ες
έχει σιδερώσει
έχει σιδερωμένο
έχουν σιδερώσει
έχουν σιδερωμένο
έχει σιδερωθεί
είναι σιδερωμένος, -η, -ο
έχουν σιδερωθεί
είναι σιδερωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σιδερώσει
είχα σιδερωμένο
είχαμε σιδερώσει
είχαμε σιδερωμένο
είχα σιδερωθεί
ήμουν σιδερωμένος, -η
είχαμε σιδερωθεί
ήμαστε σιδερωμένοι, -ες
είχες σιδερώσει
είχες σιδερωμένο
είχατε σιδερώσει
είχατε σιδερωμένο
είχες σιδερωθεί
ήσουν σιδερωμένος, -η
είχατε σιδερωθεί
ήσαστε σιδερωμένοι, -ες
είχε σιδερώσει
είχε σιδερωμένο
είχαν σιδερώσει
είχαν σιδερωμένο
είχε σιδερωθεί
ήταν σιδερωμένος, -η, -ο
είχαν σιδερωθεί
ήταν σιδερωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σιδερώνωθα σιδερώνουμε, θα σιδερώνομεθα σιδερώνομαιθα σιδερωνόμαστε
θα σιδερώνειςθα σιδερώνετεθα σιδερώνεσαιθα σιδερώνεστε, θα σιδερωνόσαστε
θα σιδερώνειθα σιδερώνουν(ε)θα σιδερώνεταιθα σιδερώνονται
Fut
ur
θα σιδερώσωθα σιδερώσουμε, θα σιδερώσομεθα σιδερωθώθα σιδερωθούμε
θα σιδερώσειςθα σιδερώσετεθα σιδερωθείςθα σιδερωθείτε
θα σιδερώσειθα σιδερώσουνθα σιδερωθείθα σιδερωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σιδερώσει
θα έχω σιδερωμένο
θα έχουμε σιδερώσει
θα έχουμε σιδερωμένο
θα έχω σιδερωθεί
θα είμαι σιδερωμένος, -η
θα έχουμε σιδερωθεί
θα είμαστε σιδερωμένοι, -ες
θα έχεις σιδερώσει
θα έχεις σιδερωμένο
θα έχετε σιδερώσει
θα έχετε σιδερωμένο
θα έχεις σιδερωθεί
θα είσαι σιδερωμένος, -η
θα έχετε σιδερωθεί
θα είστε σιδερωμένοι, -ες
θα έχει σιδερώσει
θα έχει σιδερωμένο
θα έχουν σιδερώσει
θα έχουν σιδερωμένο
θα έχει σιδερωθεί
θα είναι σιδερωμένος, -η, -ο
θα έχουν σιδερωθεί
θα είναι σιδερωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σιδερώνωνα σιδερώνουμε, να σιδερώνομενα σιδερώνομαινα σιδερωνόμαστε
να σιδερώνειςνα σιδερώνετενα σιδερώνεσαινα σιδερώνεστε, να σιδερωνόσαστε
να σιδερώνεινα σιδερώνουν(ε)να σιδερώνεταινα σιδερώνονται
Aoristνα σιδερώσωνα σιδερώσουμε, να σιδερώσομενα σιδερωθώνα σιδερωθούμε
να σιδερώσειςνα σιδερώσετενα σιδερωθείςνα σιδερωθείτε
να σιδερώσεινα σιδερώσουν(ε)να σιδερωθείνα σιδερωθούν(ε)
Perfνα έχω σιδερώσει
να έχω σιδερωμένο
να έχουμε σιδερώσει
να έχουμε σιδερωμένο
να έχω σιδερωθεί
να είμαι σιδερωμένος, -η
να έχουμε σιδερωθεί
να είμαστε σιδερωμένοι, -ες
να έχεις σιδερώσει
να έχεις σιδερωμένο
να έχετε σιδερώσει
να έχετε σιδερωμένο
να έχεις σιδερωθεί
να είσαι σιδερωμένος, -η
να έχετε σιδερωθεί
να είστε σιδερωμένοι, -ες
να έχει σιδερώσει
να έχει σιδερωμένο
να έχουν σιδερώσει
να έχουν σιδερωμένο
να έχει σιδερωθεί
να είναι σιδερωμένος, -η, -ο
να έχουν σιδερωθεί
να είναι σιδερωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσιδέρωνεσιδερώνετεσιδερώνεστε
Aoristσιδέρωσεσιδερώστε, σιδερώσετεσιδερώσουσιδερωθείτε
Part
izip
Presσιδερώνοντας
Perfέχοντας σιδερώσει, έχοντας σιδερωμένοσιδερωμένος, -η, -οσιδερωμένοι, -ες, -α
InfinAoristσιδερώσεισιδερωθεί








Griechische Definition zu σιδερώνω

σιδερώνω [siδeróno] -ομαι : εξαφανίζω τις ζαρωματιές από ένα τσαλακωμένο ρούχο, ύφασμα κτλ., με τη βοήθεια της ειδικής συσκευής (ηλεκτρικό σίδερο, σιδερωτήριο κτλ.): σιδερώνω τα πουκάμισα / τα παντελόνια. Mερικά υφάσματα δε σιδερώνονται. Σιδερωμένα σεντόνια. || (μππ., προφ.) που φορά σιδερωμένα ρούχα: Έρχεται πάντα καθαρός, σιδερωμένος, περιποιημένος.

[σίδερ(ο) -ώνω (διαφ. το συγγ. αρχ. σιδηρῶ `καλύπτω με σίδερο, δεσμεύω με σίδερα΄)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σιδερώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15