{το}  πτερύγιο Subst.  [pterigio, pterijio, pterygio]

{die}  
Flosse (ugs.)
  Subst.
(18)
{der}    Subst.
(8)

Etymologie zu πτερύγιο

πτερύγιο altgriechisch πτερύγιον (υποκοριστικό) πτέρυξ


GriechischDeutsch
(WHL ολόκληρο το ψάρι, GUT – χωρίς τα εντόσθια, GUH χωρίς τα εντόσθια/αποκεφαλισμένα, GUG – χωρίς τα εντόσθια και τα βράγχια, GUL – χωρίς τα εντόσθια αλλά με τα νεφρά, GTF – χωρίς τα εντόσθια, την ουρά και τα πτερύγια, GUS – χωρίς τα εντόσθια, το κεφάλι και το δέρμα, FIL – σε φιλέτα, FIS – σε φιλέτα + χωρίς το δέρμα, FSB – σε φιλέτα με το δέρμα + τα κόκαλα, FSP – σε φιλέτα, χωρίς το δέρμα, με τα ψαροκόκαλα, HEA – αποκεφαλισμένα, WNG – πτερύγια, WNG+SKI – πτερύγια + χωρίς το δέρμα, SKI – χωρίς το δέρμα.)(WHL — ganz, GUT — ausgenommen, GUH — ausgenommen, ohne Kopf, GUG — ausgenommen, ohne Kiemen, GUL — ausgenommen, mit Leber, GTF — ausgenommen, ohne Schwanz, ohne Flossen, GUS — ausgenommen, ohne Kopf, ohne Haut, FIL — als Filet, FIS — als Filet, ohne Haut, FSB — als Filet, mit Haut und Gräten, FSP — als Filet, ohne Haut, mit Stehgräten, HEA — ohne Kopf, WNG — Flügel, WNG + SKI — Flügel, ohne Haut, SKI — ohne Haut)

Übersetzung bestätigt

(WHL ολόκληρο το ψάρι, GUT – χωρίς τα εντόσθια, GUH χωρίς τα εντόσθια/αποκεφαλισμένα, GUG – χωρίς τα εντόσθια και τα βράγχια, GUL – χωρίς τα εντόσθια αλλά με τα νεφρά, GTF – χωρίς τα εντόσθια, την ουρά και τα πτερύγια, GUS – χωρίς τα εντόσθια, το κεφάλι και το δέρμα, FIL – σε φιλέτα, FIS – σε φιλέτα + χωρίς το δέρμα, FSB – σε φιλέτα με το δέρμα + τα κόκαλα, FSP – σε φιλέτα, χωρίς το δέρμα, με τα ψαροκόκαλα, HEA – αποκεφαλισμένα, WNG – πτερύγια, WNG+SKI – πτερύγια + χωρίς το δέρμα, SKI – χωρίς το δέρμα, DIS απόρριψη)(WHL — ganz, GUT — ausgenommen, GUH — ausgenommen, ohne Kopf, GUG — ausgenommen, ohne Kiemen, GUL — ausgenommen, mit Leber, GTF — ausgenommen, ohne Schwanz, ohne Flossen, GUS — ausgenommen, ohne Kopf, ohne Haut, FIL — als Filet, FIS — als Filet, ohne Haut, FSB — als Filet, mit Haut und Gräten, FSP — als Filet, ohne Haut, mit Stehgräten, HEA — ohne Kopf, WNG — Flügel, WNG + SKI — Flügel, ohne Haut, SKI — ohne Haut, DIS — Rückwurf)

Übersetzung bestätigt

Καλαμάρια (Ommastrephes spp., — με εξαίρεση τα είδη Ommastrephes sagittatus—, Nototodarus spp., Sepioteuthis spp.) και Illex spp., κατεψυγμένα, ολόκληρα, ή πλοκάμια και πτερύγια, για μεταποίηση [1] [2]Kalmare (Ommastrephes-Arten — ausgenommen Ommastrephes sagittatus, Nototodarus-Arten, Sepioteuthis-Arten) und Illex-Arten, ganz oder Fangarme und Flossen, gefroren, zur Verarbeitung bestimmt [1] [2]

Übersetzung bestätigt

Καλαμάρια (κύλινδροι) (Ommastrephes spp., — με εξαίρεση τα είδη Ommastrephes sagittatus —, Nototodarus spp., Sepioteuthis spp.) και Illex spp., κατεψυγμένα, με δέρμα και πτερύγια, για μεταποίηση [1] [2]Rümpfe von Kalmaren (Ommastrephe-Arten — ausgenommen Ommastrephes sagittatus, Nototodarus-Arten, Sepioteuthis-Arten) und Illex-Arten, mit Haut und Flossen, gefroren, zur Verarbeitung bestimmt [1] [2]

Übersetzung bestätigt

Φιλέτα: Ως φιλέτα νοούνται οι λωρίδες σάρκας που κόβονται παράλληλα προς τη σπονδυλική στήλη του ψαριού και αποτελούνται από τη δεξιά ή αριστερή πλευρά του ψαριού, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν αφαιρεθεί το κεφάλι, τα εντόσθια, τα πτερύγια (νωτιαία, εδρικά, ουραία, κοιλιακά, θωρακικά) και τα κόκκαλα (σπόνδυλοι ή μακρά σπονδυλική στήλη, κοιλιακά ή πλευρικά, βραγχιακά ή ακουστικά οστάρια κ.λπ.), και ότι δεν συνδέονται οι δύο πλευρές, για παράδειγμα, από την πλάτη ή το στομάχι.Filets: Fleischstücke, die gleichlaufend zum Rückgrat des Fisches abgelöst sind und aus der rechten oder linken Hälfte des Fisches bestehen, wobei Kopf, Eingeweide, Flossen (Rückenflosse, Afterflosse, Schwanzflosse, Bauchflosse, Brustflosse) sowie Knochen und Gräten (Wirbelsäule, Bauchgrat, Kiemenknochen usw.) entfernt wurden und die beiden Hälften nicht zusammenhängen, beispielsweise am Rücken oder Bauch.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
πτερύγιο ουράς



Griechische Definition zu πτερύγιο

πτερύγιο το [pteríjio] : 1. όργανο όμοιο με μικρό φτερό που το έχουν διάφορα υδρόβια ζώα, κυρίως τα ψάρια, και το χρησιμοποιούν για να κολυμπούν: Tα πτερύγια του ψαριού / της θαλάσσιας χελώνας. Tο πτερύγιο πρόδωσε την παρουσία του καρχαρία. || (ζωολ.): Tα ζυγά πτερύγια. Ραχιαίο / ουραίο πτερύγιο. 2. (μτφ.) ονομασία εξαρτημάτων ή προεξοχών που μοιά ζουν με πτερύγιο: Tα πτερύγια του ανεμιστήρα / του στροβίλου. Πτερύγια καμπυλότητας του αεροπλάνου. Tα πτερύγια του όλμου / της οβίδας / του πυραύλου. || (ανατ.): Tα πτερύγια της μύτης / του αυτιού.

[λόγ. < αρχ. πτερύγιον υποκορ. του πτέρυξ (δες πτέρυγα)]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback