προοδεύω  Verb  [proodevo, proothevo, proodeyw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie προοδεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze προοδεύω

... σύνθημα (στα λατινικά)): Semper pro Grediens , που σημαίνει "πάντα να προοδεύεις"). «Εθνόσημο». Sint Maarten National Heritage Foundation. http://www ...

... κληρονομιά μας Να είμαστε πιστοί και τολμηροί Θαυμάζουμε, Χτίζουμε, Προοδεύουμε Ως ένας λαός, μία οικογένεια Ο Θεός να ευλογεί το έθνος μας. Ορχηστρική ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΡΟΟΔΕΥΩ
I progress
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προοδεύωπροοδεύουμε, προοδεύομε
προοδεύειςπροοδεύετε
προοδεύειπροοδεύουν(ε)
Imper
fekt
προόδευαπροοδεύαμε
προόδευεςπροοδεύατε
προόδευεπροόδευαν, προοδεύαν(ε)
Aoristπροόδευσα, προόδεψαπροοδεύσαμε, προοδέψαμε
προόδευσες, προόδεψεςπροοδεύσατε, προοδέψατε
προόδευσε, προόδεψεπροόδευσαν, προοδεύσαν(ε)
προόδεψαν, προοδέψαν(ε)
Per
fect
έχω προοδεύσει
έχω προοδέψει
έχουμε προοδεύσει
έχουμε προοδέψει
έχεις προοδεύσει
έχεις προοδέψει
έχετε προοδεύσει
έχετε προοδέψει
έχει προοδεύσει
έχει προοδέψει
έχουν προοδεύσει
έχουν προοδέψει
Plu
per
fect
είχα προοδεύσει
είχα προοδέψει
είχαμε προοδεύσει
είχαμε προοδέψει
είχες προοδεύσει
είχες προοδέψει
είχατε προοδεύσει
είχατε προοδέψει
είχε προοδεύσει
είχε προοδέψει
είχαν προοδεύσει
είχαν προοδέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προοδεύωθα προοδεύουμε, θα προοδεύομε
θα προοδεύειςθα προοδεύετε
θα προοδεύειθα προοδεύουν(ε)
Fut
ur
θα προοδεύσω, θα προοδέψωθα προοδεύσουμε, θα προοδεύσομε
θα προοδέψουμε, θα προοδέψομε
θα προοδεύσεις, θα προοδέψειςθα προοδεύσετε, θα προοδέψετε
θα προοδεύσει, θα προοδέψειθα προοδεύσουν(ε), θα προοδέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προοδεύσει
θα έχω προοδέψει
θα έχουμε προοδεύσει
θα έχουμε προοδέψει
θα έχεις προοδεύσει
θα έχεις προοδέψει
θα έχετε προοδεύσει
θα έχετε προοδέψει
θα έχει προοδεύσει
θα έχει προοδέψει
θα έχουν προοδεύσει
θα έχουν προοδέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προοδεύωνα προοδεύουμε, να προοδεύομε
να προοδεύειςνα προοδεύετε
να προοδεύεινα προοδεύουν(ε)
Aoristνα προοδεύσω, να προοδέψωνα προοδεύσουμε, να προοδεύσομε
να προοδέψουμε, να προοδέψομε
να προοδεύσεις, να προοδέψειςνα προοδεύσετε, να προοδέψετε
να προοδεύσει, να προοδέψεινα προοδεύσουν(ε), να προοδέψουν(ε)
Perfνα έχω προοδεύσει
να έχω προοδέψει
να έχουμε προοδεύσει
να έχουμε προοδέψει
να έχεις προοδεύσει
να έχεις προοδέψει
να έχετε προοδεύσει
να έχετε προοδέψει
να έχει προοδεύσει
να έχει προοδέψει
να έχουν προοδεύσει
να έχουν προοδέψει
Imper
ativ
Presπροόδευεπροοδεύετε
Aoristπροόδευσε, προόδεψεπροοδεύστε, προοδεύσετε
προοδέψτε, προοδέψετε
Part
izip
Presπροοδεύοντας
Perfέχοντας προοδεύσει, έχοντας προοδέψει
InfinAoristπροοδεύσει, προοδέψει


Griechische Definition zu προοδεύω

προοδεύω [prooδévo] .1α μππ. προοδευμένος : προχωρώ προς τα εμπρός, αναπτύσσομαι, εξελίσσομαι θετικά, προς το καλύτερο: H χώρα προοδεύει οικονομικά. Οι επιστήμες και η τεχνολογία προόδευσαν πολύ τα τελευταία χρόνια. Ο φοιτητής προοδεύει στις σπουδές του. Kράτη με προοδευμένες οικονομίες.

[λόγ. < αρχ. προοδεύω `περπατώ μπροστά΄ σημδ. γαλλ. progresser]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu προοδεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15