προδίδω  Verb  [prodido, prothitho, prodidw]

Ähnliche Bedeutung wie προδίδω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze προδίδω

... Δεν προδίδω τους φίλους μου. ...

Quelle: musiclover


Beispielsätze preisgeben

... Jeder journalistisch Tätige hat das Berufsgeheimnis zu wahren, darf keinen Zeugen preisgeben und keinen Informanten ohne dessen Einverständnis nennen. ...

... Protagonistin Melanie, Tochter der Sextouristin Teresa und Nichte der Betschwester Anna Maria, ebenso ungerührt dem Zerfall preisgeben würde wie ihre ältere ...

... bestehen in der großen Mehrzahl aus Touchscreens, die ihre Infos durch Anstöpseln eines elektronischen Besucherausweises in Form eines Netzsteckers preisgeben ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΡΟΔΙΔΩ
I betray
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προδίδω, prodino">προδίνωπροδίδουμε, προδίδομεπροδίδομαιπροδιδόμαστε
προδίδειςπροδίδετεπροδίδεσαιπροδίδεστε, προδιδόσαστε
προδίδειπροδίδουν(ε)προδίδεταιπροδίδονται
Imper
fekt
πρόδιδαπροδίδαμεπροδιδόμουν(α)προδιδόμαστε
πρόδιδεςπροδίδατεπροδιδόσουν(α)προδιδόσαστε
πρόδιδεπρόδιδαν, προδίδαν(ε)προδιδόταν(ε)προδίδονταν
Aoristπρόδωσαπροδώσαμεπροδόθηκαπροδοθήκαμε
πρόδωσεςπροδώσατεπροδόθηκεςπροδοθήκατε
πρόδωσεπρόδωσαν, προδώσαν(ε)προδόθηκεπροδόθηκαν, προδοθήκαν(ε)
Per
fect
έχω προδώσειέχουμε προδώσειέχω προδοθεί
(είμαι προδομένος, -η)
έχουμε προδοθεί
(είμαστε προδομένοι, -ες)
έχεις προδώσειέχετε προδώσειέχεις προδοθεί
(είσαι προδομένος, -η)
έχετε προδοθεί
(είστε προδομένοι, -ες)
έχει προδώσειέχουν προδώσειέχει προδοθεί
(είναι προδομένος, -η, -ο)
έχουν προδοθεί
(είναι προδομένοι, -ες, -α)
Plu
per
fect
είχα προδώσειείχαμε προδώσειείχα προδοθεί
(ήμουν προδομένος, -η)
είχαμε προδοθεί
(ήμαστε προδομένοι, -ες)
είχες προδώσειείχατε προδώσειείχες προδοθεί
(ήσουν προδομένος, -η)
είχατε προδοθεί
(ήσαστε προδομένοι, -ες)
είχε προδώσειείχαν προδώσειείχε προδοθεί
(ήταν προδομένος, -η, -ο)
είχαν προδοθεί
(ήταν προδομένοι, -ες, -α)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προδίδωθα προδίδουμε, θα προδίδομεθα προδίδομαιθα προδιδόμαστε
θα προδίδειςθα προδίδετεθα προδίδεσαιθα προδίδεστε, θα προδιδόσαστε
θα προδίδειθα προδίδουν(ε)θα προδίδεταιθα προδίδονται
Fut
ur
θα προδώσωθα προδώσουμε, θα προδώσομεθα προδοθώθα προδοθούμε
θα προδώσειςθα προδώσετεθα προδοθείςθα προδοθείτε
θα προδώσειθα προδώσουν(ε)θα προδοθείθα προδοθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προδώσειθα έχουμε προδώσειθα έχω προδοθεί
(θα είμαι προδομένος, -η)
θα έχουμε προδοθεί
(θα είμαστε προδομένοι, -ες)
θα έχεις προδώσειθα έχετε προδώσειθα έχεις προδοθεί
(θα είσαι προδομένος, -η)
θα έχετε προδοθεί
(θα είστε προδομένοι, -ες)
θα έχει προδώσειθα έχουν προδώσειθα έχει προδοθεί
(θα είναι προδομένος, -η, -ο)
θα έχουν προδοθεί
(θα είναι προδομένοι, -ες, -α)
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προδίδωνα προδίδουμε, να προδίδομενα προδίδομαινα προδιδόμαστε
να προδίδειςνα προδίδετενα προδίδεσαινα προδίδεστε, να προδιδόσαστε
να προδίδεινα προδίδουν(ε)να προδίδεταινα προδίδονται
Aoristνα προδώσωνα προδώσουμε, να προδώσομενα προδοθώνα προδοθούμε
να προδώσειςνα προδώσετενα προδοθείςνα προδοθείτε
να προδώσεινα προδώσουν(ε)να προδοθείνα προδοθούν(ε)
Perfνα έχω προδώσεινα έχουμε προδώσεινα έχω προδοθεί
(να είμαι προδομένος, -η)
να έχουμε προδοθεί
(να είμαστε προδομένοι, -ες)
να έχεις προδώσεινα έχετε προδώσεινα έχεις προδοθεί
(να είσαι προδομένος, -η)
να έχετε προδοθεί
(να είστε προδομένοι, -ες)
να έχει προδώσεινα έχουν προδώσεινα έχει προδοθεί
(να είναι προδομένος, -η, -ο)
να έχουν προδοθεί
(να είναι προδομένοι, -ες, -α)
Imper
ativ
Presπρόδιδεπροδίδετεπροδίδεστε
Aoristπρόδωσεπροδώστε, προδώσετεπροδώσουπροδοθείτε
Part
izip
Presπροδίδονταςπροδιδόμενος
Perfέχοντας προδώσειπροδομένος, -η, -οπροδομένοι, -ες, -α
InfinAoristπροδώσειπροδοθεί





Person Wortform
Präsens ich verrate
du verrätst
er, sie, es verrät
Präteritum ich verriet
Konjunktiv II ich verriete
Imperativ Singular verrate!
Plural verratet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
verraten haben
Alle weiteren Formen: Flexion:verraten


Griechische Definition zu προδίδω

προδίδω [proδíδo] -ομαι & προδίνω [proδíno] -ομαι Ρ αόρ. πρόδωσα, απαρέμφ. προδώσει, παθ. αόρ. προδόθηκα, απαρέμφ. προδοθεί, μππ. προδομένος : 1α. παραβαίνω, αθετώ μια (ηθική) υποχρέωση, δέσμευση, αρχή κτλ.· δεν ανταποκρίνομαι σε ελπίδες, σε προσδοκίες κτλ., διαψεύδω, εξαπατώ: Πρόδωσε τον όρκο / τη φιλία / τον έρωτα / τις αρχές του. Πρόδωσαν την εμπιστοσύνη του λαού. Aισθάνθηκαν προδομένοι. Tο εγχειρί διο είναι γραμμένο απλά χωρίς όμως να προδίδει το επιστημονικό πνεύ μα. β. (ειδικότ.) β1. κάνω ενέργειες, πράξεις (αποκαλύπτω μυστικά, δίνω πληροφορίες κτλ.), που βλάπτουν την πατρίδα μου προς όφελος εχθρών ή αντιπάλων: Kαταδικάστηκε σε θάνατο, γιατί πρόδωσε την πατρίδα του. β2. καταδίδω, παραδίδω κπ. σε εχθρό, σε αντίπαλο: H αντιστασιακή οργάνωση προδόθηκε στους Γερμανούς. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu προδίδω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15