πλήττω Verb  [plitto, plhttw]

(0)

Etymologie zu πλήττω

πλήττω altgriechisch πλήττω indoeuropäisch (Wurzel) *pleh₂k- (χτυπώ)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
πατάσσω
τύπτω
παίω
βάλλω
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme

Grammatik

Grammatik zu πλήττω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πλήττωπλήττουμε, πλήττομεπλήττομαιπληττόμαστε
πλήττειςπλήττετεπλήττεσαιπλήττεστε, πληττόσαστε
πλήττειπλήττουν(ε)πλήττεταιπλήττονται
Imper
fekt
έπλητταπλήτταμε
έπληττεςπλήττατε
έπληττεέπλητταν, πλήτταν(ε)επλήττετοπλήττονταν, επλήττοντο
Aoristέπληξαπλήξαμεπλήγηκαπληγήκαμε
έπληξεςπλήξατεπλήγηκεςπληγήκατε
έπληξεέπληξαν, πλήξαν(ε)πλήγηκε, επλήγηπλήγηκαν, πληγήκανε, επλήγησαν
Per
fekt
έχω πλήξειέχουμε πλήξειέχω πληγείέχουμε πληγεί
έχεις πλήξειέχετε πλήξειέχεις πληγείέχετε πληγεί
έχει πλήξειέχουν πλήξειέχει πληγείέχουν πληγεί
Plu
per
fekt
είχα πλήξειείχαμε πλήξειείχα πληγείείχαμε πληγεί
είχες πλήξειείχατε πλήξειείχες πληγείείχατε πληγεί
είχε πλήξειείχαν πλήξειείχε πληγείείχαν πληγεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πλήττωθα πλήττουμε, θα πλήττομεθα πλήττομαιθα πληττόμαστε
θα πλήττειςθα πλήττετεθα πλήττεσαιθα πλήττεστε, θα πληττόσαστε
θα πλήττειθα πλήττουν(ε)θα πλήττεταιθα πλήττονται
Fut
ur
θα πλήξωθα πλήξουμε, θα πλήξομεθα πληγώθα πληγούμε
θα πλήξειςθα πλήξετεθα πληγείςθα πληγείτε
θα πλήξειθα πλήξουν(ε)θα πληγείθα πληγούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πλήξειθα έχουμε πλήξειθα έχω πληγείθα έχουμε πληγεί
θα έχεις πλήξειθα έχετε πλήξειθα έχεις πληγείθα έχετε πληγεί
θα έχει πλήξειθα έχουν πλήξειθα έχει πληγείθα έχουν πληγεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πλήττωνα πλήττουμε, να πλήττομενα πλήττομαινα πληττόμαστε
να πλήττειςνα πλήττετενα πλήττεσαινα πλήττεστε, να πληττόσαστε
να πλήττεινα πλήττουν(ε)να πλήττεταινα πλήττονται
Aoristνα πλήξωνα πλήξουμε, να πλήξομενα πληγώνα πληγούμε
να πλήξειςνα πλήξετενα πληγείςνα πληγείτε
να πλήξεινα πλήξουν(ε)να πληγείνα πληγούν(ε)
Perfνα έχω πλήξεινα έχουμε πλήξεινα έχω πληγείνα έχουμε πληγεί
να έχεις πλήξεινα έχετε πλήξεινα έχεις πληγείνα έχετε πληγεί
να έχει πλήξεινα έχουν πλήξεινα έχει πληγείνα έχουν πληγεί
Imper
ativ
Presπλήττεπλήττετεπλήττεστε
Aoristπλήξεπλήξτε, πλήξετεπληγείτε
Part
izip
Presπλήττονταςπληττόμενος
Perfέχοντας πλήξει
InfinAoristπλήξειπληγεί



Griechische Definition zu πλήττω

πλήττω [plíto] .2α : 1. νιώθω πλήξη, ανία, βαριέμαι: Όταν κάθομαι στο σπίτι, πλήττω θανάσιμα. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback