πλήττω  Verb  [plitto, plhttw]

Ähnliche Bedeutung wie πλήττω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze πλήττω

... Μακεδονίας, Φιλίππου Ε΄. Διεξήγαγε πολυάριθμες ναυτικές επιχειρήσεις, πλήττοντας τα μακεδονικά συμφέροντα στο Αιγαίο Πέλαγος, κερδίζοντας τιμές, συλλέγοντας ...

... άλλοι με τη λέξη μήχ-αρ, μηχ-ανή. Από το λατινικό ρήμα battuere «χτυπώ, πλήττω» φαίνεται ότι προήλθε η γαλλική λέξη battaille και η αγγλική battle. ...

... 7 Ιουλίου - Τέσσερις συντονισμένες βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας πλήττουν το κεντρικό Λονδίνο, σκοτώνοντας 56 άτομα και τραυματίζοντας 784. 14 Αυγούστου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich langweilen

... Besser allein sich langweilen als in Gesellschaft. Man kann ungenierter gähnen. ...

... Evidenzbüro Exekution (f) Amtssprache → Pfändung Exekutor → Gerichtsvollzieher Extrawurst → Wurstsorte, Ausnahme sich fadisieren ugs. → sich langweilen Faktorielle ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΛΗΤΤΩ
I strike
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πλήττωπλήττουμε, πλήττομεπλήττομαιπληττόμαστε
πλήττειςπλήττετεπλήττεσαιπλήττεστε, πληττόσαστε
πλήττειπλήττουν(ε)πλήττεταιπλήττονται
Imper
fekt
έπλητταπλήτταμε
έπληττεςπλήττατε
έπληττεέπλητταν, πλήτταν(ε)επλήττετοπλήττονταν, επλήττοντο
Aoristέπληξαπλήξαμεπλήγηκαπληγήκαμε
έπληξεςπλήξατεπλήγηκεςπληγήκατε
έπληξεέπληξαν, πλήξαν(ε)πλήγηκε, επλήγηπλήγηκαν, πληγήκανε, επλήγησαν
Per
fect
έχω πλήξειέχουμε πλήξειέχω πληγείέχουμε πληγεί
έχεις πλήξειέχετε πλήξειέχεις πληγείέχετε πληγεί
έχει πλήξειέχουν πλήξειέχει πληγείέχουν πληγεί
Plu
per
fect
είχα πλήξειείχαμε πλήξειείχα πληγείείχαμε πληγεί
είχες πλήξειείχατε πλήξειείχες πληγείείχατε πληγεί
είχε πλήξειείχαν πλήξειείχε πληγείείχαν πληγεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πλήττωθα πλήττουμε, θα πλήττομεθα πλήττομαιθα πληττόμαστε
θα πλήττειςθα πλήττετεθα πλήττεσαιθα πλήττεστε, θα πληττόσαστε
θα πλήττειθα πλήττουν(ε)θα πλήττεταιθα πλήττονται
Fut
ur
θα πλήξωθα πλήξουμε, θα πλήξομεθα πληγώθα πληγούμε
θα πλήξειςθα πλήξετεθα πληγείςθα πληγείτε
θα πλήξειθα πλήξουν(ε)θα πληγείθα πληγούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πλήξειθα έχουμε πλήξειθα έχω πληγείθα έχουμε πληγεί
θα έχεις πλήξειθα έχετε πλήξειθα έχεις πληγείθα έχετε πληγεί
θα έχει πλήξειθα έχουν πλήξειθα έχει πληγείθα έχουν πληγεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πλήττωνα πλήττουμε, να πλήττομενα πλήττομαινα πληττόμαστε
να πλήττειςνα πλήττετενα πλήττεσαινα πλήττεστε, να πληττόσαστε
να πλήττεινα πλήττουν(ε)να πλήττεταινα πλήττονται
Aoristνα πλήξωνα πλήξουμε, να πλήξομενα πληγώνα πληγούμε
να πλήξειςνα πλήξετενα πληγείςνα πληγείτε
να πλήξεινα πλήξουν(ε)να πληγείνα πληγούν(ε)
Perfνα έχω πλήξεινα έχουμε πλήξεινα έχω πληγείνα έχουμε πληγεί
να έχεις πλήξεινα έχετε πλήξεινα έχεις πληγείνα έχετε πληγεί
να έχει πλήξεινα έχουν πλήξεινα έχει πληγείνα έχουν πληγεί
Imper
ativ
Presπλήττεπλήττετεπλήττεστε
Aoristπλήξεπλήξτε, πλήξετεπληγείτε
Part
izip
Presπλήττονταςπληττόμενος
Perfέχοντας πλήξει
InfinAoristπλήξειπληγεί


Griechische Definition zu πλήττω

πλήττω 1 [plíto] .2α : 1. νιώθω πλήξη, ανία, βαριέμαι: Όταν κάθομαι στο σπίτι, πλήττω θανάσιμα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πλήττω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15