πειραματικός -ή -ό Adj.  [piramatikos -i -o, peiramatikos -h -o]

(3)
(0)

GriechischDeutsch
Με τη βοήθεια των εξισώσεων του Arrhenius για την υδρόλυση σε όξινο, ουδέτερο και αλκαλικό περιβάλλον, μπορούν να υπολογιστούν οι σταθερές ταχύτητας ψευδο-πρώτης τάξεως και, συνεπώς, οι χρόνοι ημίσειας ζωής για άλλες θερμοκρασίες, για τις οποίες δεν είναι πρακτικά δυνατός ο άμεσος πειραματικός προσδιορισμός σταθεράς της ταχύτητας (10).Die Berechnung muss sich dabei auf die Trennung von kobs in Geschwindigkeitskonstanten für säurekatalysierte, neutrale und basenkatalysierte Hydrolyse (kH, kneutral bzw. kOH) sowie auf die Arrhenius-Gleichung stützen: säure-, neutral und basenkatalysierte Hydrolyse können Geschwindigkeitskonstanten pseudo-erster Ordnung und somit die Halbwertszeiten für andere Temperaturen berechnet werden, bei denen die direkte experimentelle Ermittlung einer Geschwindigkeitskonstante nicht praktikabel ist (10).

Übersetzung bestätigt

Ο πειραματικός προσδιορισμός μπορεί να μην είναι αναγκαίος αν:Ggf. keine experimentelle Bestimmung erforderlich, wenn

Übersetzung bestätigt

Δεν απαιτείται ο πειραματικός προσδιορισμός του ορίου ποσοτικού προσδιορισμού (LOQ).Eine experimentelle Ermittlung der Bestimmungsgrenze ist nicht erforderlich.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme

Grammatik

  • πειραματικός (maskulin)
  • πειραματική (feminin)
  • πειραματικό (neutrum)


Griechische Definition zu πειραματικός -ή -ό

πειραματικός -ή -ό [piramatikós] : 1α. που ανήκει ή αναφέρεται στο πείραμα: Πειραματική μέθοδος / διαδικασία. β. που γίνεται με πείραμα: H πειραματική απόδειξη ενός νόμου. Πειραματική έρευνα / μελέτη. γ. που χρησιμοποιεί κυρίως το πείραμα: Πειραματικές επιστήμες, που στηρίζονται κυρίως στο πείραμα: Πειραματική ψυχολογία. δ. που εφαρμόζει και δοκιμάζει νέες ιδέες και μεθόδους: Πειραματική διδασκαλία. Πειραματικό σχολείο. Πειραματικές καλλιέργειες. Πειραματικό θέατρο, με ρεπερτόριο έργα που πρώτη φορά παίζονται, με νέους ηθοποιούς κτλ. ε. που δοκιμάζεται, χωρίς να έχει γίνει ακόμη αποδεκτός επίσημα, που βρίσκεται στο στάδιο της δοκιμασίας, του ελέγχου και της επεξεργασίας από πρακτική άποψη: H μέθοδος βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο / σε πειραματική φάση. πειραματικά & (λόγ.) πειραματικώς ΕΠIΡΡ: πειραματικός -ή -ό αποδεδειγμένη αλήθεια.

[λόγ. πειραματ- (πείραμα) -ικός μτφρδ. αγγλ. experimental· λόγ. πειραματικ(ός) -ώς]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback