παρατείνω  Verb  [paratino, parateinw]

Ähnliche Bedeutung wie παρατείνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze verlängern

... Ich muss meinen Pass verlängern lassen. ...

... Bitte verlängern Sie dieses Visum. ...

... Das Leben kann man nicht verlängern oder verbreitern, man kann es nur vertiefen. ...

Quelle: MUIRIEL, BraveSentry, Esperantostern

Grammatik


ΠΑΡΑΤΕΙΝΩ
I prolong
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παρατείνωπαρατείνουμε, παρατείνομεπαρατείνομαιπαρατεινόμαστε
παρατείνειςπαρατείνετεπαρατείνεσαιπαρατείνεστε, παρατεινόσαστε
παρατείνειπαρατείνουν(ε)παρατείνεταιπαρατείνονται
Imper
fekt
παρέτειναπαρατείναμεπαρατεινόμουν(α)παρατεινόμαστε
παρέτεινεςπαρατείνατεπαρατεινόσουν(α)παρατεινόσαστε
παρέτεινεπαρέτειναν, παρατείναν(ε)παρατεινόταν(ε)παρατείνονταν
Aoristπαρέτειναπαρατείναμεπαρατάθηκαπαραταθήκαμε
παρέτεινεςπαρατείνατεπαρατάθηκεςπαραταθήκατε
παρέτεινεπαρέτειναν, παρατείναν(ε)παρατάθηκεπαρατάθηκαν, παραταθήκαν(ε)
Per
fect
έχω παρατείνειέχουμε παρατείνειέχω παραταθείέχουμε παραταθεί
έχεις παρατείνειέχετε παρατείνειέχεις παραταθείέχετε παραταθεί
έχει παρατείνειέχουν παρατείνειέχει παραταθείέχουν παραταθεί
Plu
per
fect
είχα παρατείνειείχαμε παρατείνειείχα παραταθείείχαμε παραταθεί
είχες παρατείνειείχατε παρατείνειείχες παραταθείείχατε παραταθεί
είχε παρατείνειείχαν παρατείνειείχε παραταθείείχαν παραταθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παρατείνωθα παρατείνουμε, θα παρατείνομεθα παρατείνομαιθα παρατεινόμαστε
θα παρατείνειςθα παρατείνετεθα παρατείνεσαιθα παρατείνεστε, θα παρατεινόσαστε
θα παρατείνειθα παρατείνουν(ε)θα παρατείνεταιθα παρατείνονται
Fut
ur
θα παρατείνωθα παρατείνουμε, θα παρατείνομεθα παραταθώθα παραταθούμε
θα παρατείνειςθα παρατείνετεθα παραταθείςθα παραταθείτε
θα παρατείνειθα παρατείνουν(ε)θα παραταθείθα παραταθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παρατείνειθα έχουμε παρατείνειθα έχω παραταθείθα έχουμε παραταθεί
θα έχεις παρατείνειθα έχετε παρατείνειθα έχεις παραταθείθα έχετε παραταθεί
θα έχει παρατείνειθα έχουν παρατείνειθα έχει παραταθείθα έχουν παραταθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παρατείνωνα παρατείνουμε, να παρατείνομενα παρατείνομαινα παρατεινόμαστε
να παρατείνειςνα παρατείνετενα παρατείνεσαινα παρατείνεστε, να παρατεινόσαστε
να παρατείνεινα παρατείνουν(ε)να παρατείνεταινα παρατείνονται
Aoristνα παρατείνωνα παρατείνουμε, να παρατείνομενα παραταθώνα παραταθούμε
να παρατείνειςνα παρατείνετενα παραταθείςνα παραταθείτε
να παρατείνεινα παρατείνουν(ε)να παραταθείνα παραταθούν(ε)
Perfνα έχω παρατείνεινα έχουμε παρατείνεινα έχω παραταθείνα έχουμε παραταθεί
να έχεις παρατείνεινα έχετε παρατείνεινα έχεις παραταθείνα έχετε παραταθεί
να έχει παρατείνεινα έχουν παρατείνεινα έχει παραταθείνα έχουν παραταθεί
Imper
ativ
Presπαρατείνεπαρατείνετεπαρατείνεστε
Aoristπαρατείνεπαρατείνετεπαραταθείτε
Part
izip
Presπαρατείνονταςπαρατεινόμενος
Perfέχοντας παρατείνειπαρατεταμένος, -η, -οπαρατεταμένοι, -ες, -α
InfinAoristπαρατείνειπαραταθεί




Griechische Definition zu παρατείνω

παρατείνω [paratíno] -ομαι Ρ πρτ. και αόρ. παρέτεινα, απαρέμφ. παρατείνει, παθ. αόρ. παρατάθηκα, απαρέμφ. παραταθεί, μππ. παρατεταμένος* : επιμηκύνω τον (κανονικό, τον αρχικό, τον προκαθορισμένο) χρόνο διάρκειας, ισχύος: Παρατάθηκε ως το τέλος του μήνα η προθεσμία πληρωμής των τελών κυκλοφορίας. H κυβέρνηση αποφάσισε να παρατείνει την ισχύ των περιοριστικών μέτρων.

[λόγ. < αρχ. παρατείνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παρατείνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15