παραδίνω  Verb  [paradino, parathino, paradinw]

Ähnliche Bedeutung wie παραδίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze übergeben

... Jeder Einspruch muss dem Vorsitzenden übergeben werden, dessen Entscheidung ist endgültig. ...

... Unterschreiben Sie den Brief, versiegeln Sie ihn und übergeben Sie ihn dem Gericht. ...

... Für sie gibt es keine Rettung; sie muss morgen dem Drachen übergeben werden. ...

Quelle: Esperantostern, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΠΑΡΑΔΙΝΩ
I surrender
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παραδίνω, paradido">παραδίδωπαραδίνουμε, παραδίνομεπαραδίνομαιπαραδινόμαστε
παραδίνειςπαραδίνετεπαραδίνεσαιπαραδίνεστε, παραδινόσαστε
παραδίνειπαραδίνουν(ε)παραδίνεταιπαραδίνονται
Imper
fekt
παρέδιναπαραδίναμεπαραδινόμουν(α)παραδινόμαστε, παραδινόμασταν
παρέδινεςπαραδίνατεπαραδινόσουν(α)παραδινόσαστε, παραδινόσασταν
παρέδινεπαρέδιναν, παραδίναν(ε)παραδινόταν(ε)παραδίνονταν, παραδινόντανε, παραδινόντουσαν
Aoristπαρέδωσα, παράδωσαπαραδώσαμεπαραδόθηκαπαραδοθήκαμε
παρέδωσες, παράδωσεςπαραδώσατεπαραδόθηκεςπαραδοθήκατε
παρέδωσε, παράδωσεπαρέδωσαν, παραδώσαν(ε)παραδόθηκεπαραδόθηκαν, παραδοθήκαν(ε)
Per
fect
έχω παραδώσει
(έχω παραδομένο)
έχουμε παραδώσει
(έχουμε παραδομένο)
έχω παραδοθεί
(είμαι παραδομένος, -η)
έχουμε παραδοθεί
(είμαστε παραδομένοι, -ες)
έχεις παραδώσει
(έχεις παραδομένο)
έχετε παραδώσει
(έχετε παραδομένο)
έχεις παραδοθεί
(είσαι παραδομένος, -η)
έχετε παραδοθεί
(είστε παραδομένοι, -ες)
έχει παραδώσει
(έχει παραδομένο)
έχουν παραδώσει
(έχουν παραδομένο)
έχει παραδοθεί
(είναι παραδομένος, -η, -ο)
έχουν παραδοθεί
(είναι παραδομένοι, -ες, -α)
Plu
per
fect
είχα παραδώσει
(είχα παραδομένο)
είχαμε παραδώσει
(είχαμε παραδομένο)
είχα παραδοθεί
(ήμουν παραδομένος, -η)
είχαμε παραδοθεί
(ήμαστε παραδομένοι, -ες)
είχες παραδώσει
(είχες παραδομένο)
είχατε παραδώσει
(είχατε παραδομένο)
είχες παραδοθεί
(ήσουν παραδομένος, -η)
είχατε παραδοθεί
(ήσαστε παραδομένοι, -ες)
είχε παραδώσει
(είχε παραδομένο)
είχαν παραδώσει
(είχαν παραδομένο)
είχε παραδοθεί
(ήταν παραδομένος, -η, -ο)
είχαν παραδοθεί
(ήταν παραδομένοι, -ες, -α)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παραδίνωθα παραδίνουμε, θα παραδίνομεθα παραδίνομαιθα παραδινόμαστε
θα παραδίνειςθα παραδίνετεθα παραδίνεσαιθα παραδίνεστε, θα παραδινόσαστε
θα παραδίνειθα παραδίνουν(ε)θα παραδίνεταιθα παραδίνονται
Fut
ur
θα παραδώσωθα παραδώσουμε, θα παραδώσομεθα παραδοθώθα παραδοθούμε
θα παραδώσειςθα παραδώσετεθα παραδοθείςθα παραδοθείτε
θα παραδώσειθα παραδώσουν(ε)θα παραδοθείθα παραδοθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παραδώσει
(θα έχω παραδομένο)
θα έχουμε παραδώσει
(θα έχουμε παραδομένο)
θα έχω παραδοθεί
(θα είμαι παραδομένος, -η)
θα έχουμε παραδοθεί
(θα είμαστε παραδομένοι, -ες)
θα έχεις παραδώσει
(θα έχεις παραδομένο)
θα έχετε παραδώσει
(θα έχετε παραδομένο)
θα έχεις παραδοθεί
(θα είσαι παραδομένος, -η)
θα έχετε παραδοθεί
(θα είστε παραδομένοι, -ες)
θα έχει παραδώσει
(θα έχει παραδομένο)
θα έχουν παραδώσει
(θα έχουν παραδομένο)
θα έχει παραδοθεί
(θα είναι παραδομένος, -η, -ο)
θα έχουν παραδοθεί
(θα είναι παραδομένοι, -ες, -α)
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παραδίνωνα παραδίνουμε, να παραδίνομενα παραδίνομαινα παραδινόμαστε
να παραδίνειςνα παραδίνετενα παραδίνεσαινα παραδίνεστε, να παραδινόσαστε
να παραδίνεινα παραδίνουν(ε)να παραδίνεταινα παραδίνονται
Aoristνα παραδώσωνα παραδώσουμε, να παραδώσομενα παραδοθώνα παραδοθούμε
να παραδώσειςνα παραδώσετενα παραδοθείςνα παραδοθείτε
να παραδώσεινα παραδώσουν(ε)να παραδοθείνα παραδοθούν(ε)
Perfνα έχω παραδώσει
(να έχω παραδομένο)
να έχουμε παραδώσει
(να έχουμε παραδομένο)
να έχω παραδοθεί
(να είμαι παραδομένος, -η)
να έχουμε παραδοθεί
(να είμαστε παραδομένοι, -ες)
να έχεις παραδώσει
(να έχεις παραδομένο)
να έχετε παραδώσει
(να έχετε παραδομένο)
να έχεις παραδοθεί
(να είσαι παραδομένος, -η)
να έχετε παραδοθεί
(να είστε παραδομένοι, -ες)
να έχει παραδώσει
(να έχει παραδομένο)
να έχουν παραδώσει
(να έχουν παραδομένο)
να έχει παραδοθεί
(να είναι παραδομένος, -η, -ο)
να έχουν παραδοθεί
(να είναι παραδομένοι, -ες, -α)
Imper
ativ
Presπαράδινεπαραδίνετεπαραδίνεστε
Aoristπαράδωσεπαραδώστεπαραδώσουπαραδοθείτε
Part
izip
Presπαραδίνοντας
Perfέχοντας παραδώσει, έχοντας παραδομένοπαραδομένος, -η, -οπαραδομένοι, -ες, -α
InfinAoristπαραδώσειπαραδοθεί




Griechische Definition zu παραδίνω

παραδίνω, παραδ(ι)ώ, βλ. . [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παραδίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15