παραβγαίνω  Verb  [paravgeno, paravjeno, parabgainw]

Ähnliche Bedeutung wie παραβγαίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze παραβγαίνω

... μεγαλύτερος σε δύναμη και έργα αντρειοσύνης, χαίρεται να παλεύει και να παραβγαίνει στη δύναμη. Δεν έχει όπλα και πολεμούσε με τα χέρια του. Έχει ξανθά μαλλιά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze mit jemandem um etwas wetteifern

... auf Stierkämpfe, bei denen zwei Matadore abwechselnd um die Bewunderung des Publikums wetteifern. Der aktuelle spanische Sprachgebrauch beschreibt jede ...

... Vorsatz der enttäuschten Joe, nie wieder mit einem Mann zu schlafen, hält aber nicht lange – wenig später wetteifern Joe und ihre beste Freundin B darin, ...

... agon [gesprochen: „agoon“] kulturell bedeutsam und über sportlichen Wetteifer hinausreichend.) Adiaphoristischer Streit Antiochenischer Zwischenfall ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
παραβγεί
μετοχή (ενεστώτας)
παραβγαίνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας παραβγαίνω παραβγαίνεις παραβγαίνει παραβγαίνο(υ)με παραβγαίνετε παραβγαίνουν(ε)
παρατατικός παράβγαινα παράβγαινες παράβγαινε παραβγαίναμε παραβγαίνατε παράβγαιναν
αόριστος παραβγήκα παραβγήκες παραβγήκε παραβγήκαμε παραβγήκατε παραβγήκαν
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα παραβγαίνω θα παραβγαίνεις θα παραβγαίνει θα παραβγαίνο(υ)με θα παραβγαίνετε θα παραβγαίνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα παραβγώ θα παραβγείς θα παραβγεί θα παραβγούμε θα παραβγείτε θα παραβγούν(ε)
παρακείμενος α' έχω παραβγεί έχεις παραβγεί έχει παραβγεί έχο(υ)με παραβγεί έχετε παραβγεί έχουν(ε) παραβγεί
υπερσυντέλικος α' είχα παραβγεί είχες παραβγεί είχε παραβγεί είχαμε παραβγεί είχατε παραβγεί είχαν(ε) παραβγεί
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω παραβγεί θα έχεις παραβγεί θα έχει παραβγεί θα έχο(υ)με παραβγεί θα έχετε παραβγεί θα έχουν(ε) παραβγεί
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να παραβγαίνω να παραβγαίνεις να παραβγαίνει να παραβγαίνο(υ)με να παραβγαίνετε να παραβγαίνουν(ε)
αόριστος να παραβγώ να παραβγείς να παραβγεί να παραβγούμε να παραβγείτε να παραβγούν(ε)
παρακείμενος α' να έχω παραβγεί να έχεις παραβγεί να έχει παραβγεί να έχο(υ)με παραβγεί να έχετε παραβγεί να έχουν(ε) παραβγεί
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας παράβγαινε παραβγαίνετε
αόριστος παραβγές παραβγείτε


Griechische Definition zu παραβγαίνω

παραβγαίνω.

1) (Αμτβ.) βγαίνω λίγο έξω:
Αβγά εγέννα δίκροκα (ενν. η όρνιθα), … να παραβγεί την πόρτα της δεν ήθελε ν’ αφήσει (ενν. η χήρα) (Γαδ. διήγ. 256).
2) (Αμτβ., μτβ. και με εμπρόθ.) παρεκκλίνω ηθικά, παρανομώ, παραβαίνω, παραβιάζω:
Η Εύα … ετάγισέ με εκ τον καρπόν· αυτείνη επαραβγήκε (Πικατ. 503
παραβγαίνομεν και το ή κεφάλαιον της εν Καρθαγένῃ αγίας συνόδου (Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 455· Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 355r).
[<παρεκβαίνω. Η λ. και σήμ. με διαφορ. σημασ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παραβγαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15