παρίσταμαι  Verb  [paristame, paristamai]

Ähnliche Bedeutung wie παρίσταμαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze παρίσταμαι

... δηλαδή Δημάρχου, Παρέδρων και Δημοτικών Συμβούλων σε μια μόνο μέρα, και να παρίσταται δικαστικός αντιπρόσωπος. Οι εκλογές χαρακτηρίστηκαν από πεισματώδη προεκλογική ...

... τόσο στη γεωμετρία όσο και στη φυσική ως καμπύλη ορίζεται η γραμμή που παριστά τις διαδοχικές θέσεις ενός σημείου που κινείται, όχι ευθύγραμμα, σύμφωνα ...

... σκληρή επαγγελματική πάλη, με όπλα και αιματοχυσίες. Ο Εντ Φαρχάτ "Σέικ" παρίστανε ένα Σύριο ζάμπλουτο παλαιστή. Ο "Σέικ" έχει κατακτήσει συνολικά 28 τίτλους ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze anwesend sein

... Ich werde mit Sicherheit anwesend sein bei deiner Beerdigung. ...

Quelle: Haehnchenpaella

Grammatik


ΠΑΡΙΣΤΑΜΑΙ
I am present
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παρίσταμαιπαριστάμεθα
παρίστασαιπαρίστασθε
παρίσταταιπαρίστανται
Imper
fekt
παριστάμηνπαριστάμεθα
παρίστασοπαρίστασθε
παρίστατοπαρίσταντο
Aoristπαρέστην
παρέστης
παρέστηπαρέστησαν
Perf
ekt
έχω παραστείέχουμε παραστεί
έχεις παραστείέχετε παραστεί
έχει παραστείέχουν παραστεί
Plu
perf
ekt
είχα παραστείείχαμε παραστεί
είχες παραστείείχατε παραστεί
είχε παραστείείχαν παραστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παρίσταμαιθα παριστάμεθα
θα παρίστασαιθα παρίστασθε
θα παρίσταταιθα παρίστανται
Fut
ur
θα παραστώθα παραστούμε
θα παραστείςθα παραστείτε
θα παραστείθα παραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παραστείθα έχουμε παραστεί
θα έχεις παραστείθα έχετε παραστεί
θα έχει παραστείθα έχουν παραστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παρίσταμαινα παριστάμεθα
να παρίστασαινα παρίστασθε
να παρίσταταινα παρίστανται
Aoristνα παραστώνα παραστούμε
να παραστείςνα παραστείτε
να παραστείνα παραστούν(ε)
Perfνα έχω παραστείνα έχουμε παραστεί
να έχεις παραστείνα έχετε παραστεί
να έχει παραστείνα έχουν παραστεί
Imper
ativ
Presπαριστάσθε
Aoristπαραστήσουπαραστείτε
Part
izip
Presπαριστάμενος
Perf
InfinAoristπαραστεί


Griechische Definition zu παρίσταμαι

παρίσταμαι [parístame] Ρ ενεστ. παρίστασαι, παρίσταται, παριστάμεθα, παρίστασθε, παρίστανται, πρτ. γ' πρόσ. παρίστατο, παρίσταντο, αόρ. γ' πρόσ. παρέστη, παρέστησαν, απαρέμφ. παραστεί : (λόγ.) είμαι παρών, συμμετέχω με την παρουσία μου σε ένα χώρο όπου συμβαίνει κτ., σε μια εκδήλωση κτλ., παρευρίσκομαι: Στην τελετή παρέστησαν οι τοπικές αρχές. Οι παριστάμενοι χειροκρότησαν θερμά τον ομιλητή. || (στο γ' εν. πρόσ.) Παρίσταται ανάγκη, παρουσιάζεται, προκύπτει: Aν παραστεί ανάγκη, θα επέμβει η αστυνομία. || (νομ.) υπερασπίζω κπ. στο δικαστήριο ως συνήγορος.

[λόγ. < αρχ. παρίστημι, παρίσταμαι]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παρίσταμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15