παίζω  Verb  [pezo, paizw]

Ähnliche Bedeutung wie παίζω


Beispielsätze παίζω

... Ξεκίνησα να παίζω ποδόσφαιρο σε ηλικία επτά ετών. ...

... Εγώ δεν παίζω πολύ καλό τέννις. ...

... Μαθαίνω να παίζω τένις. ...

Quelle: enteka, glavkos, glavkos


Beispielsätze spielen

... Katzen spielen gerne in der Sonne. ...

... Wenn es morgen schön ist, spielen wir Baseball. ...

... Nächsten Monat sind es fünf Jahre, dass er Geige spielen lernt. ...

Quelle: MUIRIEL, lilygilder, MUIRIEL

Grammatik


ΠΑΙΖΩ
I play
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παίζωπαίζουμε, παίζομεπαίζομαιπαιζόμαστε
παίζειςπαίζετεπαίζεσαιπαίζεστε, παιζόσαστε
παίζειπαίζουν(ε)παίζεταιπαίζονται
Imper
fekt
έπαιζαπαίζαμεπαιζόμουν(α)παιζόμαστε, παιζόμασταν
έπαιζεςπαίζατεπαιζόσουν(α)παιζόσαστε, παιζόσασταν
έπαιζεέπαιζαν, παίζαν(ε)παιζόταν(ε)παίζονταν, παιζόντανε, παιζόντουσαν
Aoristέπαιξαπαίξαμεπαίχτηκαπαιχτήκαμε
έπαιξεςπαίξατεπαίχτηκεςπαιχτήκατε
έπαιξεέπαιξαν, παίξαν(ε)παίχτηκεπαίχτηκαν, παιχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω παίξει
έχω παιγμένο
έχουμε παίξει
έχουμε παιγμένο
έχω παιχτεί
είμαι παιγμένος, -η
έχουμε παιχτεί
είμαστε παιγμένοι, -ες
έχεις παίξει
έχεις παιγμένο
έχετε παίξει
έχετε παιγμένο
έχεις παιχτεί
είσαι παιγμένος, -η
έχετε παιχτεί
είστε παιγμένοι, -ες
έχει παίξει
έχει παιγμένο
έχουν παίξει
έχουν παιγμένο
έχει παιχτεί
είναι παιγμένος, -η, -ο
έχουν παιχτεί
είναι παιγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα παίξει
είχα παιγμένο
είχαμε παίξει
είχαμε παιγμένο
είχα παιχτεί
ήμουν παιγμένος, -η
είχαμε παιχτεί
ήμαστε παιγμένοι, -ες
είχες παίξει
είχες παιγμένο
είχατε παίξει
είχατε παιγμένο
είχες παιχτεί
ήσουν παιγμένος, -η
είχατε παιχτεί
ήσαστε παιγμένοι, -ες
είχε παίξει
είχε παιγμένο
είχαν παίξει
είχαν παιγμένο
είχε παιχτεί
ήταν παιγμένος, -η, -ο
είχαν παιχτεί
ήταν παιγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παίζωθα παίζουμε, θα παίζομεθα παίζομαιθα παιζόμαστε
θα παίζειςθα παίζετεθα παίζεσαιθα παίζεστε, θα παιζόσαστε
θα παίζειθα παίζουν(ε)θα παίζεταιθα παίζονται
Fut
ur
θα παίξωθα παίξουμε, θα παίξομεθα παιχτώθα παιχτούμε
θα παίξειςθα παίξετεθα παιχτείςθα παιχτείτε
θα παίξειθα παίξουν(ε)θα παιχτείθα παιχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παίξει
θα έχω παιγμένο
θα έχουμε παίξει
θα έχουμε παιγμένο
θα έχω παιχτεί
θα είμαι παιγμένος, -η
θα έχουμε παιχτεί
θα είμαστε παιγμένοι, -ες
θα έχεις παίξει
θα έχεις παιγμένο
θα έχετε παίξει
θα έχετε παιγμένο
θα έχεις παιχτεί
θα είσαι παιγμένος, -η
θα έχετε παιχτεί
θα είστε παιγμένοι, -ες
θα έχει παίξει
θα έχει παιγμένο
θα έχουν παίξει
θα έχουν παιγμένο
θα έχει παιχτεί
θα είναι παιγμένος, -η, -ο
θα έχουν παιχτεί
θα είναι παιγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παίζωνα παίζουμε, να παίζομενα παίζομαινα παιζόμαστε
να παίζειςνα παίζετενα παίζεσαινα παίζεστε, να παιζόσαστε
να παίζεινα παίζουν(ε)να παίζεταινα παίζονται
Aoristνα παίξωνα παίξουμε, να παίξομενα παιχτώνα παιχτούμε
να παίξειςνα παίξετενα παιχτείςνα παιχτείτε
να παίξεινα παίξουν(ε)να παιχτείνα παιχτούν(ε)
Perf να έχω παίξει
να έχω παιγμένο
να έχουμε παίξει
να έχουμε παιγμένο
να έχω παιχτεί
να είμαι παιγμένος, -η
να έχουμε παιχτεί
να είμαστε παιγμένοι, -ες
να έχεις παίξει
να έχεις παιγμένο
να έχετε παίξει
να έχετε παιγμένο
να έχεις παιχτεί
να είσαι παιγμένος, -η
να έχετε παιχτεί
να είστε παιγμένοι, -ες
να έχει παίξει
να έχει παιγμένο
να έχουν παίξει
να έχουν παιγμένο
να έχει παιχτεί
να είναι παιγμένος, -η, -ο
να έχουν παιχτεί
να είναι παιγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπαίζεπαίζετεπαίζεστε
Aoristπαίξεπαίξτε, παίχτεπαίξουπαιχτείτε
Part
izip
Presπαίζοντας
Perfέχοντας παίξει, έχοντας παιγμένοπαιγμένος, -η, -οπαιγμένοι, -ες, -α
InfinAoristπαίξειπαιχτεί






Griechische Definition zu παίζω

παίζω [pézo] -ομαι : I1.απασχολούμαι με κτ. αποκλειστικά και μόνο για ευχαρίστηση: Tα παιδιά παίζουν κρυφτό / τυφλόμυγα στην αυλή. Tα γατάκια παίζουν μ΄ ένα κουβάρι μαλλί. Παίζει με την κούκλα της όλη μέ ρα και δε μελετάει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15