πίπτω  Verb  [pipto, piptw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie πίπτω

Noch keine Synonyme

Grammatik


Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
πίπτω
πίπτω
πίπτοιμι
-
σύ
πίπτεις
πίπτῃς
πίπτοις
πῖπτε
οὖτος
πίπτει
πίπτ
πίπτοι
πιπτέτω
ἡμεῖς
πίπτομεν
πίπτωμεν
πίπτοιμεν
-
ὑμεῖς
πίπτετε
πίπτητε
πίπτοιτε
πίπτετε
οὗτοι
πίπτουσι(ν)
πίπτωσι(ν)
πίπτοιεν
πιπτόντων / πιπτέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
πίπτειν
πίπτων
πίπτουσα
πῖπτον


Griechische Definition zu πίπτω

πίπτω [pípto] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) : (λόγ.) πέφτω, μόνο στη ΦΡ όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος*.

[λόγ. < αρχ. πίπτω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πίπτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15