ονειρεύομαι  Verb  [onirevome, oneireyomai]

Ähnliche Bedeutung wie ονειρεύομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ονειρεύομαι

... Κόκκινο τριαντάφυλλο σου έκοψα Μικρό μου Καστελόριζο (πληροφοριακό τμήμα) Ονειρεύομαι τους φίλους μου (εκτός συναγωνισμού) Οπλές Στα πρόσωπα της ανατολής κοιμάται ...

... του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Το όγδοο cd των Stavento με τίτλο "Ακόμα Ονειρεύομαι" κυκλοφόρησε στις 23 Μαΐου του 2016. Σε αυτό συμμετέχουν οι Γιάννης Πάριος ...

... Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Ριζοσπάστης, Ο ηθοποιός που ήξερε να ονειρεύεται, 6 Μαΐου 1999. Το Βήμα, 100 στιγμές στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich erträumen

... Kindheitstraum umgangssprachlich auch für etwas als Kind Ersehntes (etwas „erträumen“) bzw. etwas Unwirkliches. Häufig werden Berufsbilder zu Vorlagen eines ...

... Seite. Sein kurz vor dem Tod geschriebener Lebensbericht Was ich kaum erträumen konnte… wurde erst 1990 postum veröffentlicht. 1948 kehrte Jaray nach ...

... Sunshine auf der Bravo-Kompilation Ain’t No Sunshine Alles was du dir erträumst Als der Herbst kam Als unser Hass noch Liebe war Amazone Atemlos ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ
I dream
Middle
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ονειρεύομαιονειρευόμαστε
ονειρεύεσαιονειρεύεστε, ονειρευόσαστε
ονειρεύεταιονειρεύονται
Imper
fekt
ονειρευόμουν(α)ονειρευόμαστε, ονειρευόμασταν
ονειρευόσουν(α)ονειρευόσαστε, ονειρευόσασταν
ονειρευόταν(ε)ονειρεύονταν, ονειρευόντανε, ονειρευόντουσαν
Aoristονειρεύτηκαονειρευτήκαμε
ονειρεύτηκεςονειρευτήκατε
ονειρεύτηκεονειρεύτηκαν, ονειρευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω ονειρευτείέχουμε ονειρευτεί
έχεις ονειρευτείέχετε ονειρευτεί
έχει ονειρευτείέχουν ονειρευτεί
Plu
per
fect
είχα ονειρευτείείχαμε ονειρευτεί
είχες ονειρευτείείχατε ονειρευτεί
είχε ονειρευτείείχαν ονειρευτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ονειρεύομαιθα ονειρευόμαστε
θα ονειρεύεσαιθα ονειρεύεστε, θα ονειρευόσαστε
θα ονειρεύεταιθα ονειρεύονται
Fut
ur
θα ονειρευτώθα ονειρευτούμε
θα ονειρευτείςθα ονειρευτείτε
θα ονειρευτείθα ονειρευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ονειρευτείθα έχουμε ονειρευτεί
θα έχεις ονειρευτείθα έχετε ονειρευτεί
θα έχει ονειρευτείθα έχουν ονειρευτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ονειρεύομαινα ονειρευόμαστε
να ονειρεύεσαινα ονειρεύεστε, να ονειρευόσαστε
να ονειρεύεταινα ονειρεύονται
Aoristνα ονειρευτώνα ονειρευτούμε
να ονειρευτείςνα ονειρευτείτε
να ονειρευτείνα ονειρευτούν(ε)
Perfνα έχω ονειρευτείνα έχουμε ονειρευτεί
να έχεις ονειρευτείνα έχετε ονειρευτεί
να έχει ονειρευτείνα έχουν ονειρευτεί
Imper
ativ
Presονειρεύεστε
Aoristονειρέψουονειρευτείτε
Part
izip
Pres
Perfονειρεμένος, -η, -οονειρεμένοι, -ες, -α
InfinAoristονειρευτεί




Griechische Definition zu ονειρεύομαι

ονειρεύομαι [onirévome] .2β : 1α. βλέπω σε όνειρο κατά τη διάρκεια του ύπνου μου: Ονειρεύτηκε τον πεθαμένο παππού του. Ονειρεύτηκα ότι κολυμπούσαμε. Σε ονειρεύτηκα χθες βράδυ. Ονειρεύτηκα τον εαυτό μου αεροπόρο. ΠAΡ ΦΡ όποιος πεινάει* / ο πεινασμένος / ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται. β. βλέπω όνειρο στον ύπνο μου: Kοιμάται κι ονειρεύεται. (έκφρ.) μήπως κοιμάμαι* και ονειρεύομαι; κοιμάσαι* κι ονειρεύεσαι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ονειρεύομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15