οικείος Adj.  [ikios, oikeios]

  Adj.
(23)
  Adj.
(3)
  Adj.
(1)
  Adj.
(0)

Etymologie zu οικείος

οικείος (λόγιο) altgriechisch οἰκεῖος[1] οἶκος ϝοῖκος indoeuropäisch (Wurzel) *woyḱos / *wéyḱs


GriechischDeutsch
Νομίζω, για να χρησιμοποιήσω έναν όρο που σας είναι πολύ οικείος, ότι στο Durban υπήρχαν ακόμη πάρα πολλά "leftovers" , γεγονός που περιέπλεξε εξαιρετικά τα πράγματα.Ich bin in der Tat der Meinung, dass es in Durban noch zu viele "leftovers " gab um einen Begriff zu verwenden, der Ihnen vertraut ist -, was die Aufgabe offenbar ungemein erschwert hat.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Grammatik

Noch keine Grammatik zu οικείος.



Griechische Definition zu οικείος

οικείος, επίθ.· οικειός.

1) (Για πρόσωπο)
α) που ανήκει στην οικογένεια:
(Χρον. Τόκκων 3481), (Ερμον. Ω 137
β) (κατ’ επέκταση) έμπιστος, αφοσιωμένος:
εκείνον το ευνουχόπουλον ήτον οικείον της κόρης (Λίβ. Sc. 50· Διήγ. Βελ. χ 554
γ) (προκ. για χριστιανό) πιστός:
(Παρασπ., Βάρν. C 46).
2) Που ανήκει σε κάπ., ατομικός, προσωπικός
α) (προκ. για πράγμα):
(Έκθ. χρον. 5713
β) (προκ. για έκταση) ιδιωτικός:
(Διγ. Z 3787
γ) (προκ. για μέλος του σώματος):
(Διγ. Gr. 2619), (Ψευδο-Σφρ. 16213
δ) (προκ. για αφηρημένη έννοια):
(Ερμον. Α 61
οικείον πένθος έκαστος την συμφοράν ηγούντον (Αχιλλ. (Smith) N 1833).
3) Κατάλληλος, ταιριαστός:
(Μάρκ., Βουλκ. 34211, 34327).
Το αρσ. ως ουσ. =
1) Συγγενής, οικείος:
(Σφρ., Χρον. 685).
2) Στενός φίλος, σύντροφος:
(Αχιλλ. (Smith) N 182).
3) Άνθρωπος της εμπιστοσύνης κάπ., έμπιστος:
ο βασιλεύς υπέμεινε με τους οικειούς του μόνος (Σπαν. (Μαυρ.) P 173).
4) Συμπατριώτης· ομόφυλος:
(Σωσ. 6).
Το θηλ. ως ουσ. = πιστή ακόλουθος, έμπιστη υπηρέτρια:
οικείαν της θυγατρός αυτός … ηγάπησεν (Βέλθ. 968).
Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. =
1) Σπίτι, οίκος· τόπος διαμονής:
(Διγ. Z 1632
Διήλθον ουν τον ποταμόν, η δε (ενν. η Μαξιμώ) προς τα οικεία (Διγ. Z 3612).
2) Οικογενειακή, ιδιωτική περιουσία:
Ει … έχεις εξ οικείων πράγματα των καμάτων σου …· … τρέφου εξ εκείνων (Γεωργηλ., Βελ. Λ 725).
Το συγκρ. του ουδ. ως επίρρ. = πιο κατάλληλα, ταιριαστά:
του Κροκοντείλου (ή μάλλον Κροκοδείλου ειπείν οικειότερον) (Σφρ., Χρον. 16224).
[αρχ. επίθ. οικείος. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback