ξυρίζω  Verb  [ksirizo, ksyrizw]

Ähnliche Bedeutung wie ξυρίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ξυρίζω

... εκείνων που ξυρίζονται μόνοι τους και το σύνολο εκείνων που ξυρίζονται στον κουρέα. Ο κουρέας ξυρίζεται μόνος του; Αδύνατον, αφού ξυρίζει όλους τους άντρες ...

... είναι σήμερα η πιο κοινή μέθοδος. Στην αρχαία Αίγυπτο, πολλοί άνθρωποι ξύριζαν τις τρίχες για να αποτρέψουν την προσβολή από τις ψείρες, τους ψύλλους ...

... ζούσαν στην αρχαία Αίγυπτο. Οι Αιγύπτιοι όταν πέθαινε η γάτα τους συχνά ξύριζαν τα φρύδια τους σε ένδειξη πένθους. Σε πολλές θρησκείες στην αρχαιότητα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze abrasieren

... Brandmarkung einer tondue („Geschorene“) durch Abrasieren der Haare im französischen Montélimar im August 1944 ...

... Smecca musste sich für Fernsehauftritte und Videoproduktionen die Haare abrasieren lassen, damit sie dem ebenfalls kahlgeschorenen Remmler ähnelt. Feuerwerk ...

... WrestleMania an und Trump konnte siegen, woraufhin Trump die Haare von McMahon abrasieren durfte. Am 29. April 2007 machte sich Vince McMahon bei Backlash zum ECW ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΞΥΡΙΖΩ
I shave
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξυρίζωξυρίζουμε, ξυρίζομεξυρίζομαιξυριζόμαστε
ξυρίζειςξυρίζετεξυρίζεσαιξυρίζεστε, ξυριζόσαστε
ξυρίζειξυρίζουν(ε)ξυρίζεταιξυρίζονται
Imper
fekt
ξύριζαξυρίζαμεξυριζόμουν(α)ξυριζόμαστε, ξυριζόμασταν
ξύριζεςξυρίζατεξυριζόσουν(α)ξυριζόσαστε, ξυριζόσασταν
ξύριζεξύριζαν, ξυρίζαν(ε)ξυριζόταν(ε)ξυρίζονταν, ξυριζόντανε, ξυριζόντουσαν
Aoristξύρισαξυρίσαμεξυρίστηκαξυριστήκαμε
ξύρισεςξυρίσατεξυρίστηκεςξυριστήκατε
ξύρισεξύρισαν, ξυρίσαν(ε)ξυρίστηκεξυρίστηκαν, ξυριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ξυρίσει
έχω ξυρισμένο
έχουμε ξυρίσει
έχουμε ξυρισμένο
έχω ξυριστεί
είμαι ξυρισμένος, -η
έχουμε ξυριστεί
είμαστε ξυρισμένοι, -ες
έχεις ξυρίσει
έχεις ξυρισμένο
έχετε ξυρίσει
έχετε ξυρισμένο
έχεις ξυριστεί
είσαι ξυρισμένος, -η
έχετε ξυριστεί
είστε ξυρισμένοι, -ες
έχει ξυρίσει
έχει ξυρισμένο
έχουν ξυρίσει
έχουν ξυρισμένο
έχει ξυριστεί
είναι ξυρισμένος, -η, -ο
έχουν ξυριστεί
είναι ξυρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ξυρίσει
είχα ξυρισμένο
είχαμε ξυρίσει
είχαμε ξυρισμένο
είχα ξυριστεί
ήμουν ξυρισμένος, -η
είχαμε ξυριστεί
ήμαστε ξυρισμένοι, -ες
είχες ξυρίσει
είχες ξυρισμένο
είχατε ξυρίσει
είχατε ξυρισμένο
είχες ξυριστεί
ήσουν ξυρισμένος, -η
είχατε ξυριστεί
ήσαστε ξυρισμένοι, -ες
είχε ξυρίσει
είχε ξυρισμένο
είχαν ξυρίσει
είχαν ξυρισμένο
είχε ξυριστεί
ήταν ξυρισμένος, -η, -ο
είχαν ξυριστεί
ήταν ξυρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξυρίζωθα ξυρίζουμε, θα ξυρίζομεθα ξυρίζομαιθα ξυριζόμαστε
θα ξυρίζειςθα ξυρίζετεθα ξυρίζεσαιθα ξυρίζεστε, θα ξυριζόσαστε
θα ξυρίζειθα ξυρίζουν(ε)θα ξυρίζεταιθα ξυρίζονται
Fut
ur
θα ξυρίσωθα ξυρίσουμε, θα ξυρίζομεθα ξυριστώθα ξυριστούμε
θα ξυρίσειςθα ξυρίσετεθα ξυριστείςθα ξυριστείτε
θα ξυρίσειθα ξυρίσουν(ε)θα ξυριστείθα ξυριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξυρίσει
θα έχω ξυρισμένο
θα έχουμε ξυρίσει
θα έχουμε ξυρισμένο
θα έχω ξυριστεί
θα είμαι ξυρισμένος, -η
θα έχουμε ξυριστεί
θα είμαστε ξυρισμένοι, -ες
θα έχεις ξυρίσει
θα έχεις ξυρισμένο
θα έχετε ξυρίσει
θα έχετε ξυρισμένο
θα έχεις ξυριστεί
θα είσαι ξυρισμένος, -η
θα έχετε ξυριστεί
θα είστε ξυρισμένοι, -ες
θα έχει ξυρίσει
θα έχει ξυρισμένο
θα έχουν ξυρίσει
θα έχουν ξυρισμένο
θα έχει ξυριστεί
θα είναι ξυρισμένος, -η, -ο
θα έχουν ξυριστεί
θα είναι ξυρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξυρίζωνα ξυρίζουμε, να ξυρίζομενα ξυρίζομαινα ξυριζόμαστε
να ξυρίζειςνα ξυρίζετενα ξυρίζεσαινα ξυρίζεστε, να ξυριζόσαστε
να ξυρίζεινα ξυρίζουν(ε)να ξυρίζεταινα ξυρίζονται
Aoristνα ξυρίσωνα ξυρίσουμε, να ξυρίσομενα ξυριστώνα ξυριστούμε
να ξυρίσειςνα ξυρίσετενα ξυριστείςνα ξυριστείτε
να ξυρίσεινα ξυρίσουν(ε)να ξυριστείνα ξυριστούν(ε)
Perfνα έχω ξυρίσει
να έχω ξυρισμένο
να έχουμε ξυρίσει
να έχουμε ξυρισμένο
να έχω ξυριστεί
να είμαι ξυρισμένος, -η
να έχουμε ξυριστεί
να είμαστε ξυρισμένοι, -ες
να έχεις ξυρίσει
να έχεις ξυρισμένο
να έχετε ξυρίσει
να έχετε ξυρισμένο
να έχεις ξυριστεί
να είσαι ξυρισμένος, -η
να έχετε ξυριστεί
να είστε ξυρισμένοι, -ες
να έχει ξυρίσει
να έχει ξυρισμένο
να έχουν ξυρίσει
να έχουν ξυρισμένο
να έχει ξυριστεί
να είναι ξυρισμένος, -η, -ο
να έχουν ξυριστεί
να είναι ξυρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presξύριζεξυρίζετεξυρίζεστε
Aoristξύρισεξυρίστεξυρίσουξυριστείτε
Part
izip
Presξυρίζονταςξυριζόμενος
Perfέχοντας ξυρίσει, έχοντας ξυρισμένοξυρισμένος, -η, -οξυρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristξυρίσειξυριστεί




Griechische Definition zu ξυρίζω

ξυρίζω [ksirízo] -ομαι : 1.κόβω σύρριζα με ξυράφι τις τρίχες του σώματος, κυρίως τα γένια και το μουστάκι: ξυρίζω με ξυράφι / με ξυριστική μηχανή. Tον έκοψε ο κουρέας καθώς τον ξύριζε. Ξυρίζεται κάθε μέρα. Mια μέρα εμφανίστηκε με ξυρισμένο το μουστάκι του. Δεν είσαι καλά ξυρισμένος. Ξυρίζει τα πόδια / τις μασχάλες της. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξυρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15