νυστάζω  Verb  [nistazo, nystazw]

Ähnliche Bedeutung wie νυστάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze νυστάζω

... στολίζει τον σκούφο του. Χαρακτηρίζεται ως το πιο τεμπέλικο στρουμφάκι. Νυστάζει συνεχώς και βαριέται να κάνει το οτιδήποτε. Είναι ο απρόσεκτος του στρουμφοχωριού ...

... παιδί επτά οκτώ ετών για τις δραστηριότητές του της ημέρας - ιδίως όταν νυστάζει και θέλει να κοιμηθεί - θα πέσει σε αντιφάσεις. Αν κάθε αντίφαση εκληφθεί ...

... Διάρκεια (min) 01 Τρομαγμένος Νίκος Αρμπιλιάς Παπαποστόλου Στέργου 3:30 02 Νυστάζει η Πόλη Λεωνίδας Κουλίτσης Παπαποστόλου Στέργου 3:00 03 Οι Νύχτες οι Κρυφές ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schläfrig sein

... Müdigkeitserkennung in Kraftfahrzeugen bezeichnet, die helfen soll, Unfälle durch schläfrig werdende Fahrer und den gefährlichen Sekundenschlaf zu vermeiden. Oft ...

... Charaktere und eine Episode aus Washington Irvings Erzählung Die Sage von der schläfrigen Schlucht (The Legend of Sleepy Hollow). Ichabod Crane ist Police Constable ...

... The Legend of Sleepy Hollow, deutsch Die Sage von der schläfrigen Schlucht, ist eine Erzählung des amerikanischen Schriftstellers Washington Irving (1783–1859) ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΝΥΣΤΑΖΩ
I am sleepy
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
νυστάζωνυστάζουμε, νυστάζομε
νυστάζειςνυστάζετε
νυστάζεινυστάζουν(ε)
Imper
fekt
νύσταζανυστάζαμε
νύσταζεςνυστάζατε
νύσταζενύσταζαν, νυστάζαν(ε)
Aoristνύσταξανυστάξαμε
νύσταξεςνυστάξατε
νύσταξενύσταξαν, νυστάξαν(ε)
Per
fect
έχω νυστάξειέχουμε νυστάξει
έχεις νυστάξειέχετε νυστάξει
έχει νυστάξειέχουν νυστάξει
Plu
per
fect
είχα νυστάξειείχαμε νυστάξει
είχες νυστάξειείχατε νυστάξει
είχε νυστάξειείχαν νυστάξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα νυστάζωθα νυστάζουμε, θα νυστάζομε
θα νυστάζειςθα νυστάζετε
θα νυστάζειθα νυστάζουν(ε)
Fut
ur
θα νυστάξωθα νυστάξουμε, θα νυστάξομε
θα νυστάξειςθα νυστάξετε
θα νυστάξειθα νυστάξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω νυστάξειθα έχουμε νυστάξει
θα έχεις νυστάξειθα έχετε νυστάξει
θα έχει νυστάξειθα έχουν νυστάξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να νυστάζωνα νυστάζουμε, να νυστάζομε
να νυστάζειςνα νυστάζετε
να νυστάζεινα νυστάζουν(ε)
Aoristνα νυστάξωνα νυστάξουμε, να νυστάξομε
να νυστάξειςνα νυστάξετε
να νυστάξεινα νυστάξουν(ε)
Perfνα έχω νυστάξεινα έχουμε νυστάξει
να έχεις νυστάξεινα έχετε νυστάξει
να έχει νυστάξεινα έχουν νυστάξει
Imper
ativ
Presνύσταζενυστάζετε
Aoristνύσταξενυστάξτε, νυστάχτε
Part
izip
Presνυστάζοντας
Perfέχοντας νυστάξει
νυσταγμένος
InfinAoristνυστάξει


Griechische Definition zu νυστάζω

νυστάζω [nistázo] .2α μππ. νυσταγμένος : 1α.έχω τάση, ανάγκη για ύπνο, αισθάνομαι νύστα: Πάω να κοιμηθώ, γιατί νύσταξα / γιατί άρχισα να νυστάζω. Φαίνεσαι πολύ νυσταγμένος. β. κτ. / κάποιος με νυστάζει, μου προκαλεί νύστα: Mε νύσταξε το κρασί που ήπια. H ομιλία του ήταν πολύ βαρετή και με νύσταξε. || νυστάζω όταν κοιτάζω τηλεόραση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu νυστάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15