νοερός -ή -ό Adj.  [noeros -i -o, noeros -h -o]

  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
geistig
kognitiv

Grammatik

  • νοερός (maskulin)
  • νοερή (feminin)
  • νοερό (neutrum)


Griechische Definition zu νοερός -ή -ό

νοερός, επίθ.

1) Που έχει την ικανότητα της νόησης, νοήμονας, λογικός:
έδωσέ του (ενν. ο Θεός του ανθρώπου) ψυχήν νοεράν διά να εννοεί το καλόν και το κακόν (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 59r).
2)
α) Που γίνεται αντιληπτός μόνο με το νου, νοητός:
υιέ, το φως το νοερόν της όλης μου καρδίας (Φλώρ. 1167
β) (προκ. για το Χριστό):
ο σωτήρ μου, ο νοερός λέων (Φυσιολ. 3394‑5
την νοεράν πηγήν, τον του Θεού λόγον (Φυσιολ. (Kaim.) 20b13
γ) (προκ. για το διάβολο):
τον νοερόν δράκοντα (Φυσιολ. 35617).
3) Που δε γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις, άυλος:
όλα τα όντα τα κτιστά, τόσον νοερά όσον και αισθητά (Βελλερ., Επιστ. 53
έκφρ. νοερός οίκος = προκ. για την ψυχή:
(Φυσιολ. (Kaim.) 79a16).
4) Πνευματικός, που έχει πνευματική σχέση με κάπ.:
νοερά τέκνα (Φυσιολ. (Kaim.) 28b10).
5) (Προκ. για λόγο, φράση) αλληγορικός:
«συκάμινα κνίζων», νοερόν ρήμα (Φυσιολ. (Kaim.) 138b5).
[αρχ. επίθ. νοερός. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback