{το}  μπερντάχι  Subst.  [berntachi, mperntaxi]

(0)
{die}  
Haue (ugs.)
  Subst.
(0)

Etymologie zu μπερντάχι

μπερντάχι türkisch perdah persisch پرداخت (pardākht)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu μπερντάχι

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie μπερντάχι

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu μπερντάχι

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu μπερντάχι

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

Noch keine Grammatik zu μπερντάχι.



Singular

Plural

Nominativdie Haue

die Hauen

Genitivder Haue

der Hauen

Dativder Haue

den Hauen

Akkusativdie Haue

die Hauen




Griechische Definition zu μπερντάχι

μπερντάχι το [berdáxi] & μπερντάκι το [berdái] : (οικ.) ο ξυλοδαρ μός: Ένα (γερό) μπερντάχι (ξύλο), για μεγάλο ξυλοδαρμό.

[τουρκ. perdah `γυάλισμα, ανάποδο ξύρισμα΄ (ηχηροπ. του αρχικού [p > b] αναλ. προς αρσ. και θηλ. με παρόμοια εναλλ.: πιστόλα - μπιστόλα)· παρετυμ. -άκι]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback