μουρμουράω  Verb  [murmurao, moyrmoyraw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie μουρμουράω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μουρμουράω

... Η μουρμούρα ή βασιλόψαρο (Lithognathus mormyrus - λιθόγναθος ο μόρμυρος Λινναίος, 1758) είναι Μεσογειακό ψάρι του αλμυρού νερού, που ανήκει στην οικογένεια ...

... Μην αρχίζεις τη μουρμούρα είναι ο τίτλος ελληνικής κωμικής τηλεοπτικής σειράς παραγωγής 2013-2018, η οποία είναι βασισμένη στην ισπανική σειρά Escenas ...

... κύκλος της Ελληνικής τηλεοπτικής κωμικής σειράς του Alpha Μην αρχίζεις τη μουρμούρα, έκανε πρεμιέρα στις 20 Σεπτεμβρίου 2015. Ο ηθοποιός της σειράς, Βλαδίμηρος ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΟΥΡΜΟΥΡΑΩ
I murmur
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μουρμουράω, mourmourizo">μουρμουρίζωμουρμουράμε, μουρμουρούμε
μουρμουράςμουρμουράτε
μουρμουράει, μουρμουράμουρμουράν(ε), μουρμουρούν(ε)
Imper
fekt
μουρμουρούσα, μουρμούραγαμουρμουρούσαμε, μουρμουράγαμε
μουρμουρούσες, μουρμούραγεςμουρμουρούσατε, μουρμουράγατε
μουρμουρούσε, μουρμούραγεμουρμουρούσαν(ε), μουρμούραγαν, μουρμουράγανε
Aoristμουρμούρισαμουρμουρίσαμε
μουρμούρισεςμουρμουρίσατε
μουρμούρισεμουρμούρισαν, μουρμουρίσαν(ε)
Per
fect
έχω μουρμουρίσειέχουμε μουρμουρίσει
έχεις μουρμουρίσειέχετε μουρμουρίσει
έχει μουρμουρίσειέχουν μουρμουρίσει
Plu
per
fect
είχα μουρμουρίσειείχαμε μουρμουρίσει
είχες μουρμουρίσειείχατε μουρμουρίσει
είχε μουρμουρίσειείχαν μουρμουρίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μουρμουράωθα μουρμουράμε, θα μουρμουρούμε
θα μουρμουράςθα μουρμουράτε
θα μουρμουράει, θα μουρμουράθα μουρμουράν(ε), θα μουρμουρούν(ε)
Fut
ur
θα μουρμουρίσωθα μουρμουρίσουμε, θα μουρμουρίζομε
θα μουρμουρίσειςθα μουρμουρίσετε
θα μουρμουρίσειθα μουρμουρίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μουρμουρίσειθα έχουμε μουρμουρίσει
θα έχεις μουρμουρίσειθα έχετε μουρμουρίσει
θα έχει μουρμουρίσειθα έχουν μουρμουρίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μουρμουράωνα μουρμουράμε, να μουρμουρούμε
να μουρμουράςνα μουρμουράτε
να μουρμουράει, να μουρμουράνα μουρμουράν(ε), να μουρμουρούν(ε)
Aoristνα μουρμουρίσωνα μουρμουρίσουμε, να μουρμουρίσομε
να μουρμουρίσειςνα μουρμουρίσετε
να μουρμουρίσεινα μουρμουρίσουν(ε)
Perfνα έχω μουρμουρίσεινα έχουμε μουρμουρίσει
να έχεις μουρμουρίσεινα έχετε μουρμουρίσει
να έχει μουρμουρίσεινα έχουν μουρμουρίσει
Imper
ativ
Presμουρμούρα, μουρμούραγεμουρμουράτε
Aoristμουρμούρισε, μουρμούραμουρμουρίστε
Part
izip
Presμουρμουρώντας
Perfέχοντας μουρμουρίσει
InfinAoristμουρμουρίσει


Griechische Definition zu μουρμουράω

μουρμουράω [murmuráo] .1α : (προφ.) μουρμουρίζω1: Tι κάθεσαι και μουρμουράς τόσην ώρα;

[μουρμουρ(ίζω) μεταπλ. -άω με βάση το συνοπτ. θ. μουρμουρισ-]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μουρμουράω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15