μηνύω  Verb  [minio, mhnyw]

Ähnliche Bedeutung wie μηνύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μηνύω

... γνωστότερο ως λιθάργυρος και ως β-PbO, γνωστότερο ως "μάσικοτ". Διοξείδιο του Μολύβδου (PbO2) και Επιτεταρτοξείδιο του Μολύβδου (Pb3O4), γνωστότερο ως μίνιο. ...

... λιθάργυρος αποτελεί δευτερεύον μετάλλευμα του μολύβδου και σχετίζεται με μίνιο (Pb3O4), γαληνίτη, βουλφενίτη, μιμητίτη, πυρομορφίτη και βαρύτη. Δεν είναι ...

... Μπράγκα είναι επίσης το κέντρο της μεγαλύτερης μητροπολιτικής περιοχής του Μίνιο (Minho) με πληθυσμό 826.833. Κάτω από την κυριαρχία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verklagen

... Wer die Zeit verklagen will, dass zeitig sie so verraucht, der verklage sich nur selbst, dass er sie nicht zeitig braucht. ...

... Sie verklagen die Regierung darauf, sie für den Verlust zu entschädigen. ...

... , abw. → Polizist kiefeln ugs. → nagen Kipferl (n) → Hörnchen klagen (jmd.) jur. → verklagen Klappe (f) → Nebenstelle, Anschluss, Durchwahlnummer ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΗΝΥΩ
I summons
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μηνύω, minao">μηνάωμηνύουμε, μηνύομεμηνύομαιμηνυόμαστε
μηνύειςμηνύετεμηνύεσαιμηνύεστε, μηνυόσαστε
μηνύειμηνύουν(ε)μηνύεταιμηνύονται
Imper
fekt
μήνυαμηνύαμεμηνυόμουν(α)μηνυόμαστε
μήνυεςμηνύατεμηνυόσουν(α)μηνυόσαστε
μήνυεμήνυαν, μηνύαν(ε)μηνυόταν(ε)μηνύονταν
Aoristμήνυσαμηνύσαμεμηνύθηκαμηνυθήκαμε
μήνυσεςμηνύσατεμηνύθηκεςμηνυθήκατε
μήνυσεμήνυσαν, μηνύσαν(ε)μηνύθηκεμηνύθηκαν, μηνυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω μηνύσειέχουμε μηνύσειέχω μηνυθείέχουμε μηνυθεί
έχεις μηνύσειέχετε μηνύσειέχεις μηνυθείέχετε μηνυθεί
έχει μηνύσειέχουν μηνύσειέχει μηνυθείέχουν μηνυθεί
Plu
per
fect
είχα μηνύσειείχαμε μηνύσειείχα μηνυθείείχαμε μηνυθεί
είχες μηνύσειείχατε μηνύσειείχες μηνυθείείχατε μηνυθεί
είχε μηνύσειείχαν μηνύσειείχε μηνυθείείχαν μηνυθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μηνύωθα μηνύουμε, θα μηνύομεθα μηνύομαιθα μηνυόμαστε
θα μηνύειςθα μηνύετεθα μηνύεσαιθα μηνύεστε θα μηνυόσαστε
θα μηνύειθα μηνύουν(ε)θα μηνύεταιθα μηνύονται
Fut
ur
θα μηνύσωθα μηνύσουμε, θα μηνύσομεθα μηνυθώθα μηνυθούμε
θα μηνύσειςθα μηνύσετεθα μηνυθείςθα μηνυθείτε
θα μηνύσειθα μηνύσουν(ε)θα μηνυθείθα μηνυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μηνύσειθα έχουμε μηνύσειθα έχω μηνυθείθα έχουμε μηνυθεί
θα έχεις μηνύσειθα έχετε μηνύσειθα έχεις μηνυθείθα έχετε μηνυθεί
θα έχει μηνύσειθα έχουν μηνύσειθα έχει μηνυθείθα έχουν μηνυθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μηνύωνα μηνύουμε, να μηνύομενα μηνύομαινα μηνυόμαστε
να μηνύειςνα μηνύετενα μηνύεσαινα μηνύεστε, να μηνυόσαστε
να μηνύεινα μηνύουν(ε)να μηνύεταινα μηνύονται
Aoristνα μηνύσωνα μηνύσουμε, να μηνύσομενα μηνυθώνα μηνυθούμε
να μηνύσειςνα μηνύσετενα μηνυθείςνα μηνυθείτε
να μηνύσεινα μηνύσουν(ε)να μηνυθείνα μηνυθούν(ε)
Perfνα έχω μηνύσεινα έχουμε μηνύσεινα έχω μηνυθείνα έχουμε μηνυθεί
να έχεις μηνύσεινα έχετε μηνύσεινα έχεις μηνυθείνα έχετε μηνυθεί
να έχει μηνύσεινα έχουν μηνύσεινα έχει μηνυθείνα έχουν μηνυθεί
Imper
ativ
Presμήνυεμηνύετεμηνύεστε
Aoristμήνυσεμηνύστε, μηνύσετεμηνύσουμηνυθείτε
Part
izip
Presμηνύοντας
Perfέχοντας μηνύσει
InfinAoristμηνύσειμηνυθεί




Griechische Definition zu μηνύω

μηνύω [minío] -ομαι : κάνω μήνυση: Tον μήνυσε, επειδή την εξύβρισε. Έμπορος μηνύθηκε από την αγορανομία για υπερβολικό κέρδος.

[λόγ. < αρχ. μηνύω `αποκαλύπτω΄, παθ. `καταγγέλλομαι΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μηνύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15