μηδέν    [miden, mithen, mhden]

(524)
(99)

Etymologie zu μηδέν

μηδέν altgriechisch μηδὲ + ἕν[1]


GriechischDeutsch
Η Elektrociepłownia Kraków SA παραμένει επιλέξιμη για πληρωμές βάσει του Νόμου, αλλά με μέγιστο επίπεδο αποζημίωσης ίσο με μηδέν.Das Heizkraftwerk Elektrociepłownia Kraków S.A. behält die Berechtigungen zur Leistungserbringung entsprechend dem Gesetz, der Ausgleichshöchstbetrag ist jedoch gleich null.
Οι ποσότητες που εξήχθησαν από την οικεία χώρα προς την ΕΕ μειώθηκαν σταθερά από 29 KT το 2002 σε 17,2 KT το 2005 και σε σχεδόν μηδέν KT κατά την ΠΕ.Die Ausfuhrmenge aus dem betroffenen Land in die EU sank von 29000 Tonnen 2002 auf 17200 Tonnen 2005 und betrug im UZ fast null.
Επίσης, θεωρείται ότι η θέσπιση περιόδου αναμονής μηδέν ημερών δεν θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια των καταναλωτών.Die Behörde vertritt weiterhin die Ansicht, dass die Anwendung einer Absetzzeit von null Tagen die Verbrauchersicherheit nicht gefährden würde.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως πρώιμος τρύγος νοείται η ολική καταστροφή ή η απομάκρυνση των σταφυλιών που δεν έχουν ακόμη ωριμάσει, μειώνοντας έτσι την απόδοση της σχετικής έκτασης στο μηδέν.Für die Zwecke dieses Artikels bedeutet grüne Weinlese die vollständige Vernichtung oder Entfernung noch unreifer Traubenbüschel, wodurch der Ertrag der betreffenden Fläche auf null gesenkt wird.
Σ το άθροισμα του γινομένου (1 – R/K) × Q υπολογιζόμενου για κάθε επιχείρηση που διαθέτει ποσόστωση στην επικράτεια του κράτους μέλους· όταν το γινόμενο είναι μικρότερο από μηδέν, το άθροισμα ισούται με μηδέν·Σ Summe der Werte, die nach der Formel (1 – V/K) × Q für jedes Unternehmen berechnet werden, dem im Hoheitsgebiet des Mitgliedstaats eine Quote zugeteilt wurde, wobei Werte unter null mit null gleichgesetzt werden;

Synonyme zu μηδέν

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie μηδέν

Deutsche Synonyme zu μηδέν


Grammatik

Noch keine Grammatik zu μηδέν.



Griechische Definition zu μηδέν

μηδέν [miδén] αριθμτ. επίθ. απόλ. γεν. μηδενός (χωρίς πληθ.) : 1α. που δηλώνει ένα σύνολο από μηδέν (0) μονάδες, που δηλώνει την πλήρη έλλειψη ποσότητας ή μεγέθους: Aν από κάθε αριθμό αφαιρέσουμε τον εαυτό του, το υπόλοιπο είναι μηδέν. Γίνεται κτ. μηδέν, μηδενίζεται. (έκφρ.) ώρα μηδέν, για την πιο σημαντική ή κρίσιμη στιγμή. β. μηδαμινός, όχι αξιόλογος: Ως επιστήμονας είναι καλός, ως άνθρωπος όμως είναι μηδέν. Tα χρήματα αυτά είναι μηδέν μπροστά σε εκείνα που υπολόγιζα να πάρω. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback