μετανοώ  Verb  [metanoo, metanow]

Ähnliche Bedeutung wie μετανοώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μετανοώ

... Ο Νίκων ο Μετανοείτε (κατά κόσμον Νικήτας, π. 925 - 26 Νοεμβρίου 998) ήταν Βυζαντινός μοναχός, περιοδεύων ιεροκήρυκας και όσιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας ...

... έρθει σε κοινωνία με τους λεγόμενους «πεπτωκότες» (lapsii), οι οποίοι μετανοούσαν και ζητούσαν να επιστρέψουν στην Εκκλησία. Και άλλοι επίσκοποι, με επικεφαλής ...

... ποικίλης ύλης υπό την ονομασία Περιοδικό “Όσιος Νίκων, ο Μετανοείτε”. Ο Όσιος Νίκων ο "Μετανοείτε" είναι προστάτης της πόλεως της Σπάρτης. Άσυλο Ανιάτων ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bereuen

... Ganz ehrlich, ich würde lügen, wenn ich sagen würde, dass ich meine Blitzentscheidungen niemals bereuen würde. ...

... Die Zeit wird kommen, da du das bereuen wirst. ...

... Tue nichts, was du bereuen wirst. ...

Quelle: kokage, BraveSentry, MUIRIEL

Grammatik


ΜΕΤΑΝΟΩ
I repent
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μετανοώμετανοούμε
μετανοείςμετανοείτε
μετανοείμετανοούν(ε)
Imper
fekt
μετανοούσαμετανοούσαμε
μετανοούσεςμετανοούσατε
μετανοούσεμετανοούσαν(ε)
Aoristμετανόησαμετανοήσαμε
μετανόησεςμετανοήσατε
μετανόησεμετανόησαν, μετανοήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω μετανοήσειέχουμε μετανοήσει
έχεις μετανοήσειέχετε μετανοήσει
έχει μετανοήσειέχουν μετανοήσει
Plu
perf
ekt
είχα μετανοήσειείχαμε μετανοήσει
είχες μετανοήσειείχατε μετανοήσει
είχε μετανοήσειείχαν μετανοήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μετανοώθα μετανοούμε
θα μετανοείςθα μετανοείτε
θα μετανοείθα μετανοούν(ε)
Fut
ur
θα μετανοήσωθα μετανοήσουμε
θα μετανοήσειςθα μετανοήσετε
θα μετανοήσειθα μετανοήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μετανοήσειθα έχουμε μετανοήσει
θα έχεις μετανοήσειθα έχετε μετανοήσει
θα έχει μετανοήσειθα έχουν μετανοήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μετανοώνα μετανοούμε
να μετανοείςνα μετανοείτε
να μετανοείνα μετανοούν(ε)
Aoristνα μετανοήσωνα μετανοήσουμε, να μετανοήσομε
να μετανοήσειςνα μετανοήσετε
να μετανοήσεινα μετανοήσουν(ε)
Perfνα έχω μετανοήσεινα έχουμε μετανοήσει
να έχεις μετανοήσεινα έχετε μετανοήσει
να έχει μετανοήσεινα έχουν μετανοήσει
Imper
ativ
Presμετανοείτε
Aoristμετανόησεμετανοήστε, μετανοήσετε
Part
izip
Presμετανοώντας
Perfέχοντας μετανοήσει
InfinAoristμετανοήσει




Griechische Definition zu μετανοώ

μετανοώ [metanoó] .9α μππ. μετανοημένος : 1. λυπάμαι, μετανιώνω για κάποιο κακό που έκανα, αισθάνομαι θλίψη γι΄ αυτό και επιδιώκω να το επανορθώσω· μεταμελούμαι: Ο Θεός συγχωρεί εκείνους που μετανοούν ειλικρινά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μετανοώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15