μεσο-    [meso-]


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu μεσο-

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie μεσο-

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Deutsche Synonyme zu μεσο

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

Noch keine Grammatik zu μεσο.



Griechische Definition zu μεσο

μεσο- 1 [meso] & μεσό- [mesó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & μεσ- [mes], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· συνήθ.: 1. δηλώνει το μέσο της χρονικής περιόδου που εκφράζει το β' συνθετικό: α. μεσονύχτι, μεσοσαράκοστο· μεσοβδόμαδα, μεσουρανίς· μεσοκαλόκαιρο, μεσοχείμωνο, κατακαλόκαιρο, καταχείμωνο, στην καρδιά του καλοκαιριού, του χειμώνα· (πρβ. κατα-). β. εναλλάσσεται με το μισο-11: μεσοσαράκοστο, μεσοχείμωνο· μεσοστρατίς, μεσοφόρι. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback