μερακλώνω  

  • sich stark nach etwas sehnen
    upvotedownvote
  • von einem intensiven angenehmen Gefühl überwältigt sein
    upvotedownvote

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

meraklono, meraklwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
μερακλώσει
μετοχή (ενεστώτας)
μερακλώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας μερακλώνω μερακλώνεις μερακλώνει μερακλώνο(υ)με μερακλώνετε μερακλώνουν(ε)
παρατατικός μεράκλωνα μεράκλωνες μεράκλωνε μερακλώναμε μερακλώνατε μεράκλωναν, μερακλώναν(ε)
αόριστος μεράκλωσα μεράκλωσες μεράκλωσε μερακλώσαμε μερακλώσατε μεράκλωσαν, μερακλώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα μερακλώνω θα μερακλώνεις θα μερακλώνει θα μερακλώνο(υ)με θα μερακλώνετε θα μερακλώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα μερακλώσω θα μερακλώσεις θα μερακλώσει θα μερακλώσο(υ)με θα μερακλώσετε θα μερακλώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω μερακλώσει έχεις μερακλώσει έχει μερακλώσει έχο(υ)με μερακλώσει έχετε μερακλώσει έχουν(ε) μερακλώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα μερακλώσει είχες μερακλώσει είχε μερακλώσει είχαμε μερακλώσει είχατε μερακλώσει είχαν(ε) μερακλώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω μερακλώσει θα έχεις μερακλώσει θα έχει μερακλώσει θα έχο(υ)με μερακλώσει θα έχετε μερακλώσει θα έχουν(ε) μερακλώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να μερακλώνω να μερακλώνεις να μερακλώνει να μερακλώνο(υ)με να μερακλώνετε να μερακλώνουν(ε)
αόριστος να μερακλώσω να μερακλώσεις να μερακλώσει να μερακλώσο(υ)με να μερακλώσετε να μερακλώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω μερακλώσει να έχεις μερακλώσει να έχει μερακλώσει να έχο(υ)με μερακλώσει να έχετε μερακλώσει να έχουν(ε) μερακλώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας μεράκλωνε μερακλώνετε
αόριστος μεράκλωσε μερακλώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15