μασώ  Verb  [maso, masw]

Ähnliche Bedeutung wie μασώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μασώ

... συνηθισμένα: υπάρχουν περί τα 150 ως 158 γνωστά που ανήκουν στον Γαλαξία μας, ενώ άλλα 10 ως 20 πιστεύεται ότι δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμη. Οι μεγάλοι ...

... Υστεροελλαδικό Πολιτισμό. Ταξινομείται παραδοσιακά ως προϊστορικός, καθώς οι γνώσεις μας για αυτόν βασίζονται μέχρι σήμερα κυρίως σε αρχαιολογικά ευρήματα. Οι ...

... νικήσουμε, καμιά πόλη, ελληνική ή βάρβαρη, δεν θα μπορέσει να μας αντισταθεί. Δική μας θα είναι η Ιταλία ολόκληρη, που το μέγεθος, τα πλούτη και την δύναμή ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΑΣΩ
I chew
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μασάω, μασώμασάμε, μασούμεμασιέμαιμασιόμαστε
μασάςμασάτεμασιέσαιμασιέστε, μασιόσαστε
μασάει, μασάμασάν(ε), μασούν(ε)μασιέταιμασιούνται, μασιόνται
Imper
fekt
μασούσα, μάσαγαμασούσαμε, μασάγαμεμασιόμουν(α)μασιόμαστε, μασιόμασταν
μασούσες, μάσαγεςμασούσατε, μασάγατεμασιόσουν(α)μασιόσαστε, μασιόσασταν
μασούσε, μάσαγεμασούσαν(ε), μάσαγαν, μασάγανεμασιόταν(ε)μασιόνταν(ε), μασιούνταν, μασιόντουσαν
Aoristμάσησαμασήσαμεμασήθηκαμασηθήκαμε
μάσησεςμασήσατεμασήθηκεςμασηθήκατε
μάσησεμάσησαν, μασήσαν(ε)μασήθηκεμασήθηκαν, μασηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω μασήσει
έχω μασημένο
έχουμε μασήσει
έχουμε μασημένο
έχω μασηθεί
είμαι μασημένος, -η
έχουμε μασηθεί
είμαστε μασημένοι, -ες
έχεις μασήσει
έχεις μασημένο
έχετε μασήσει
έχετε μασημένο
έχεις μασηθεί
είσαι μασημένος, -η
έχετε μασηθεί
είστε μασημένοι, -ες
έχει μασήσει
έχει μασημένο
έχουν μασήσει
έχουν μασημένο
έχει μασηθεί
είναι μασημένος, -η, -ο
έχουν μασηθεί
είναι μασημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα μασήσει
είχα μασημένο
είχαμε μασήσει
είχαμε μασημένο
είχα μασηθεί
ήμουν μασημένος, -η
είχαμε μασηθεί
ήμαστε μασημένοι, -ες
είχες μασήσει
είχες μασημένο
είχατε μασήσει
είχατε μασημένο
είχες μασηθεί
ήσουν μασημένος, -η
είχατε μασηθεί
ήσαστε μασημένοι, -ες
είχε μασήσει
είχε μασημένο
είχαν μασήσει
είχαν μασημένο
είχε μασηθεί
ήταν μασημένος, -η, -ο
είχαν μασηθεί
ήταν μασημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μασάω, θα μασώθα μασάμε, θα μασούμεθα μασιέμαιθα μασιόμαστε
θα μασάςθα μασάτεθα μασιέσαιθα μασιέστε, θα μασιόσαστε
θα μασάει, θα μασάθα μασάν(ε), θα μασούν(ε)θα μασιέταιθα μασιούνται, θα μασιόνται
Fut
ur
θα μασήσωθα μασήσουμε, θα μασήσομεθα μασηθώθα μασηθούμε
θα μασήσειςθα μασήσετεθα μασηθείςθα μασηθείτε
θα μασήσειθα μασήσουν(ε)θα μασηθείθα μασηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μασήσει
θα έχω μασημένο
θα έχουμε μασήσει
θα έχουμε μασημένο
θα έχω μασηθεί
θα είμαι μασημένος, -η
θα έχουμε μασηθεί
θα είμαστε μασημένοι, -ες
θα έχεις μασήσει
θα έχεις μασημένο
θα έχετε μασήσει
θα έχετε μασημένο
θα έχεις μασηθεί
θα είσαι μασημένος, -η
θα έχετε μασηθεί
θα είστε μασημένοι, -ες
θα έχει μασήσει
θα έχει μασημένο
θα έχουν μασήσει
θα έχουν μασημένο
θα έχει μασηθεί
θα είναι μασημένος, -η, -ο
θα έχουν μασηθεί
θα είναι μασημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μασάω, να μασώνα μασάμε, να μασούμενα μασιέμαινα μασιόμαστε
να μασάςνα μασάτενα μασιέσαινα μασιέστε, να μασιόσαστε
να μασάει, να μασάνα μασάν(ε), να μασούν(ε)να μασιέταινα μασιούνται, να μασιόνται
Aoristνα μασήσωνα μασήσουμε, να μασήσομενα μασηθώνα μασηθούμε
να μασήσειςνα μασήσετενα μασηθείςνα μασηθείτε
να μασήσεινα μασήσουν(ε)να μασηθείνα μασηθούν(ε)
Perfνα έχω μασήσει
να έχω μασημένο
να έχουμε μασήσει
να έχουμε μασημένο
να έχω μασηθεί
να είμαι μασημένος, -η
να έχουμε μασηθεί
να είμαστε μασημένοι, -ες
να έχεις μασήσει
να έχεις μασημένο
να έχετε μασήσει
να έχετε μασημένο
να έχεις μασηθεί
να είσαι μασημένος, -η
να έχετε μασηθεί
να είστε μασημένοι, -η
να έχει μασήσει
να έχει μασημένο
να έχουν μασήσει
να έχουν μασημένο
να έχει μασηθεί
να είναι μασημένος, -η, -ο
να έχουν μασηθεί
να είναι μασημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμάσα, μάσαγεμασάτεμασιέστε
Aoristμάσησε, μάσαμασήστεμασήσουμασηθείτε
Part
izip
Presμασώντας
Perfέχοντας μασήσει, έχοντας μασημένομασημένος, -η, -ομασημένοι, -ες, -α
InfinAoristμασήσειμασηθεί





Person Wortform
Präsens ich kaue
du kaust
er, sie, es kaut
Präteritum ich kaute
Konjunktiv II ich kaute
Imperativ Singular kaue!
kau!
Plural kaut!
kauet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekaut haben
Alle weiteren Formen: Flexion:kauen


Griechische Definition zu μασώ

μασώ [masó] & -άω, -ιέμαι : I1α. πιέζω επανειλημμένα με τα δόντια μου κτ., το κομματιάζω και το πολτοποιώ πριν το καταπιώ: μασώ το ψωμί / το κρέας. μασώ με κλειστό / με ανοιχτό στόμα. Πονάει το δόντι μου και δεν μπορώ να μασήσω. Mάσησε καλά την τροφή σου πριν την καταπιείς. Tο κρέας δε μασιέται· θέλει κι άλλο βράσιμο. ΦΡ μασημένη τροφή*. β. μασώ κτ. χωρίς να το καταπίνω: μασώ μαστίχα / ταμπάκο. Mη μασάς το μολύβι σου. γ. (προφ.) τρώω: Tι θα μασήσουμε σήμερα;, τι θα φάμε; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μασώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15