{το}  μανούρι  Subst.  [manuri, manoyri]

Etymologie zu μανούρι

μανούρι ίσως από τη mittelgriechisch φράση μανός τυρός


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu μανούρι

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie μανούρι

Ähnliche Wörter zu μανούρι

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu μανούρι

Noch keine deutschen Synonyme




Griechische Definition zu μανούρι

μανούρι το [manúri] : είδος άσπρου μαλακού τυριού αρκετά καλής ποιότητας.

[μσν. *μαν(ός τυρός) `αραιό τυρί΄ -ούρι (αρχ. μανός `αραιός΄) (σύγκρ. μσν. μανούρα `μούτζα΄ < μανούρ(ι) μεγεθ. -α, η σημ. από το λέρωμα του προσώπου του πομπευόμενου με την παλάμη βουτηγμένη σε κατώτερης ποιότητας τυρί, σύγκρ. μούτζα)]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback