μανθάνω  Verb  [manthano, manthanw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie μανθάνω

Noch keine Synonyme

Grammatik


Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
μανθάνω
μανθάνω
μανθάνοιμι
-
σύ
μανθάνεις
μανθάνῃς
μανθάνοις
μάνθανε
οὖτος
μανθάνει
μανθάν
μανθάνοι
μανθανέτω
ἡμεῖς
μανθάνομεν
μανθάνωμεν
μανθάνοιμεν
-
ὑμεῖς
μανθάνετε
μανθάνητε
μανθάνοιτε
μανθάνετε
οὗτοι
μανθάνουσι(ν)
μανθάνωσι(ν)
μανθάνοιεν
μανθανόντων / μανθανέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
μανθάνειν
μανθάνων
μανθάνουσα
μανθάνον


Griechische Definition zu μανθάνω

μανθάνω· μαθαίνω· μαθάνω· μαθθαίννω· μανθαίνω· μανθάννω· αόρ. εμάθηκα· μτχ. αορ. μαθόντα· μάθονταν.

Ά Μτβ.
1)
α) Αποκτώ κάπ. γνώση (με σπουδές, άσκηση ή από πείρα), διδάσκομαι, σπουδάζω:
(Αχιλλ. L 1183), (Συναξ. γυν. 521
β) κάνω κτήμα μου, αφομοιώνω κάπ. γνώση ή διδασκαλία:
(Προδρ. III 80), (Ιμπ. 76), (Απολλών. 263
(με είδος σύστ. αντικ.):
να μαθαίνει παίδευσην (Κομν., Διδασκ. Δ 6).
2)
α) Διδάσκω, μορφώνω κάπ.:
μάθε το τσαγγάρην το παιδίν σου (Προδρ. III 112
β) κάνω κάπ. να μάθει ή να δοκιμάσει κ. (σε απειλή):
να σε μάθω να μιλείς, γιατί κακά κατέχεις (Ερωτόκρ. Β́ 2348
γ) «δασκαλεύω» κάπ.:
έχει και έναν υιόν … και μαθαίνει τονε να γενεί χειρότερος από κείνο (Κατά ζουράρη 147
δ) (προκ. για ζώο) εκπαιδεύω, εξασκώ:
άλλοι σκυλιά μαθαίνουν (Θησ. Έ [778]).
3) Εθίζομαι, συνηθίζω κ.:
(Πεντ. Δευτ. XIV 23), (Κορων., Μπούας 65
(σε παροιμ.):
Τό μάθει από μικρός κιανείς ποτέ δεν το ξεχάνει (Πανώρ. Ά 258).
4)
α) Αντιλαμβάνομαι, γίνομαι γνώστης κάπ. θέματος, πληροφορούμαι:
(Ερωφ. Β́ 35), (Μαχ. 28218), (Διγ. Z 492
(με είδος σύστ. αντικ.):
επήγεν εις την Ρόδον διά να μάθει μαντάτον (Μαχ. 18210
β) εξακριβώνω (είδηση):
αποκρισιάρους έστειλαν να μάθουσιν το πράγμα (Ριμ. Βελ. ρ 856
γ) ανακαλύπτω την ταυτότητα κάπ.:
είχα πεθυμιά μεγάλη … να μάθω τσι γονέους του (Φορτουν. Γ́ 642
δ) βεβαιώνομαι, πείθομαι για κ.:
Δο μου και εσύ σημάδιν …, να μάθει (ενν. ο Λίβιστρος) ότι ηύρηκά σε (Λίβ. Esc. 3701).
5) Καταλαβαίνω, εννοώ κ.:
(Διγ. Gr. 594), (Προδρ. III 112-1 χφ G κριτ. υπ).
Β́ Αμτβ.
1)
α) Αποκτώ γνώσεις· σπουδάζω, εκπαιδεύομαι:
Αυτός, όταν εμάνθανεν, υπόδησιν ουκ είχεν (Προδρ. III 60
μαθαίνει … γιατρός (Ερωτόκρ. Β́ 1353
β) (προκ. για τη γνώση, τη σύνεση) βελτιώνομαι, πλουτίζω (πνευματικά):
«μανθάνει η γνώση και λείπεται την παίδευσην» (Μαχ. 6421).
2)
α) Διδάσκομαι, παραδειγματίζομαι:
μάθετε σεις απού τον όξοδόν μου (Κυπρ. ερωτ. 28
β) «παίρνω μάθημα», σωφρονίζομαι:
είτι εζημιώθη ο βλαβείς παρά του ζώου … ακέραια … να τα έχει … διά να μάθει όστις έχει το άγριον ζώον (Νομοκριτ. 90
(σε παροιμ. χρ.):
Αφόν … επάθομεν, εμάθομεν (Γλυκά, Στ. 45· Διγ. Άνδρ. 31631).
3) Συνηθίζω:
τρώγεις την ολώμην (ενν. την αθερίναν), ως έμαθες στο σπίτιν σου (Πουλολ. 349).
4)
α) Γνωρίζω:
να μάθεις καθαρά, να μην κοπιάσεις πλέα (Αχέλ. 249
β) πληροφορούμαι, παίρνω ειδήσεις:
να μάθεις ακριβώς και περί των νοσούντων (Προδρ. IV 562 χφφ VP κριτ. υπ.
δεν εμπόρεσε ποτέ για λόγου του να μάθει (Φορτουν. Δ́ 96).
Η μτχ. παρκ. ως επίθ. =
1) Έμπειρος (συν. στη μάχη, στον πόλεμο), επιτήδειος:
(Αχέλ. 2231
σολντάδοι μαθημένοι (Τζάνε, Κρ. πόλ. 51819· Αχιλλ. L 1158
μαυλίστριες μαθημένες (Σαχλ. B́ PM 405).
2) Συνηθισμένος, γνωστός:
ο νιος … έσωσε στο μαθημένο τόπον (Ριμ. κόρ. 613
κάνουν τα μαθημένα τους (Σουμμ., Ρεμπελ. 186).
[αρχ. μανθάνω. Ο τ. μαθαίνω στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. μαθάνω και σήμ. ποντ. και μαθθαίννω ιδιωμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μανθάνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15