μαλώνω  

  • ausschelten
    upvotedownvote
  • ausschimpfen
    upvotedownvote
  • schelten
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... Ο Μαλώνας είναι πεδινό χωριό στο νησί της Ρόδου στα Δωδεκάνησα και βρίσκεται σε υψόμετρο 70 μέτρα. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 982 κατοίκους ...

... Παναγιά Τσαμπίκα [ 35 ] τα Στεγνά [ 57 ] Δημοτική Κοινότητα Μαλώνος [ 1.135 ] ο Μαλώνας [ 982 ] το Χαράκι [ 153 ] Δημοτική Κοινότητα Μασάρων [ 1.004 ...

... Μοναστήρι η Παναγιά Τσαμπίκα [ 25 ] τα Στεγνά [ 227 ] Δ.δ. Μαλώνος [ 1.096 ] ο Μαλώνας [ 977 ] το Χαράκι [ 119 ] Δ.δ. Μασάρων -- τα Μάσαρη [ 931 ] ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

malono, malwnw


Deutsche Synonyme zu: μαλώνω

beschimpfen zusammenscheißen die Leviten lesen rundmachen zusammenfalten anraunzen scharf kritisieren auseinandernehmen ausschelten anpfeifen ausschimpfen fertigmachen zur Schnecke machen (scharf) zurechtweisen zur Sau machen (jemandem) seine Meinung geigen anschnauzen anmeckern rummeckern (an jemandem) anpflaumen angiften anranzen anfahren abwatschen anherrschen zur Minna machen anblasen rüffeln zurechtstutzen verwarnen admonieren ermahnen zurechtweisen rügen tadeln (jemandem) den Marsch blasen (jemanden) auf Vordermann bringen (jemanden) auf Linie bringen zusammenstauchen (jemandem) deutlich die Meinung sagen (jemandem) die Hammelbeine langziehen (jemandem) die Flötentöne beibringen (jemandem) zeigen, wo der Hammer hängt (jemandem) die Schuhe aufpumpen (jemandem) zeigen, wo es langgeht (jemandem) zeigen, wo der Frosch die Locken hat (jemandem) eine harte Rückmeldung geben (jemanden) lang machen (jemanden) frisch machen (jemandem) eine (deutliche) Ansage machen (jemanden) zusammenfalten (jemandem) eine (dicke) Zigarre verpassen (möglicherweise veraltend) zur Ordnung rufen (jemandem) die Leviten lesen abmahnen (jemandem) eins auf den Deckel geben (jemandem) aufs Dach steigen (jemanden) Mores lehren (jemandem) einen Verweis erteilen (jemandem etwas) ins Stammbuch schreiben (jemandem) den Kopf waschen (jemandem) die Meinung geigen (sich jemanden) vorknöpfen (jemandem) heimleuchten (jemandem) Bescheid stoßen schelten beleidigen diffamieren entwerten herabsetzen herabwürdigen entwürdigen herunterputzen abqualifizieren heruntermachen absauen abkanzeln niedermachen anpampen anmotzen schimpfen anpöbeln anmachen jemandem etwas geigen bekritteln bemängeln (etwas/jemanden) aufs Korn nehmen bemäkeln kritisieren kritisch betrachten


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
μαλώσει
μετοχή (ενεστώτας)
μαλώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας μαλώνω μαλώνεις μαλώνει μαλώνο(υ)με μαλώνετε μαλώνουν(ε)
παρατατικός μάλωνα μάλωνες μάλωνε μαλώναμε μαλώνατε μάλωναν, μαλώναν(ε)
αόριστος μάλωσα μάλωσες μάλωσε μαλώσαμε μαλώσατε μάλωσαν, μαλώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα μαλώνω θα μαλώνεις θα μαλώνει θα μαλώνο(υ)με θα μαλώνετε θα μαλώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα μαλώσω θα μαλώσεις θα μαλώσει θα μαλώσο(υ)με θα μαλώσετε θα μαλώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω μαλώσει έχεις μαλώσει έχει μαλώσει έχο(υ)με μαλώσει έχετε μαλώσει έχουν(ε) μαλώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα μαλώσει είχες μαλώσει είχε μαλώσει είχαμε μαλώσει είχατε μαλώσει είχαν(ε) μαλώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω μαλώσει θα έχεις μαλώσει θα έχει μαλώσει θα έχο(υ)με μαλώσει θα έχετε μαλώσει θα έχουν(ε) μαλώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να μαλώνω να μαλώνεις να μαλώνει να μαλώνο(υ)με να μαλώνετε να μαλώνουν(ε)
αόριστος να μαλώσω να μαλώσεις να μαλώσει να μαλώσο(υ)με να μαλώσετε να μαλώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω μαλώσει να έχεις μαλώσει να έχει μαλώσει να έχο(υ)με μαλώσει να έχετε μαλώσει να έχουν(ε) μαλώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας μάλωνε μαλώνετε
αόριστος μάλωσε μαλώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15