μαλώνω  Verb  [malono, malwnw]

Ähnliche Bedeutung wie μαλώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μαλώνω

... Ο Μαλώνας είναι πεδινό χωριό στο νησί της Ρόδου στα Δωδεκάνησα και βρίσκεται σε υψόμετρο 70 μέτρα. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 982 κατοίκους ...

... Παναγιά Τσαμπίκα [ 35 ] τα Στεγνά [ 57 ] Δημοτική Κοινότητα Μαλώνος [ 1.135 ] ο Μαλώνας [ 982 ] το Χαράκι [ 153 ] Δημοτική Κοινότητα Μασάρων [ 1.004 ...

... Μοναστήρι η Παναγιά Τσαμπίκα [ 25 ] τα Στεγνά [ 227 ] Δ.δ. Μαλώνος [ 1.096 ] ο Μαλώνας [ 977 ] το Χαράκι [ 119 ] Δ.δ. Μασάρων -- τα Μάσαρη [ 931 ] ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schelten

... Besser ein wenig schelten als viel Herzeleid. ...

... leitet sich von schelten ab und wurde im Sinne von verachtet, anstößig, anrüchig, unmoralisch, beschuldigt benutzt. So war es zum Beispiel im Mittelalter ...

... hinaufsteigen, rechts herunterfallen.“ Jemandem aufs Dach steigen – ihn schelten oder bestrafen. Wurde jemand im Mittelalter aus der Gemeinschaft ausgestoßen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΑΛΩΝΩ
I quarrel
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μαλώνωμαλώνουμε, μαλώνομε
μαλώνειςμαλώνετε
μαλώνειμαλώνουν(ε)
Imper
fekt
μάλωναμαλώναμε
μάλωνεςμαλώνατε
μάλωνεμάλωναν, μαλώναν(ε)
Aoristμάλωσαμαλώσαμε
μάλωσεςμαλώσατε
μάλωσεμάλωσαν, μαλώσαν(ε)
Per
fect
έχω μαλώσειέχουμε μαλώσει
έχεις μαλώσειέχετε μαλώσει
έχει μαλώσειέχουν μαλώσει
Plu
per
fect
είχα μαλώσειείχαμε μαλώσει
είχες μαλώσειείχατε μαλώσει
είχε μαλώσειείχαν μαλώσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μαλώνωθα μαλώνουμε, θα μαλώνομε
θα μαλώνειςθα μαλώνετε
θα μαλώνειθα μαλώνουν(ε)
Fut
ur
θα μαλώσωθα μαλώσουμε, θα μαλώσομε
θα μαλώσειςθα μαλώσετε
θα μαλώσειθα μαλώσουν
Fut
ur II
θα έχω μαλώσειθα έχουμε μαλώσει
θα έχεις μαλώσειθα έχετε μαλώσει
θα έχει μαλώσειθα έχουν μαλώσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μαλώνωνα μαλώνουμε, να μαλώνομε
να μαλώνειςνα μαλώνετε
να μαλώνεινα μαλώνουν(ε)
Aoristνα μαλώσωνα μαλώσουμε, να μαλώσομε
να μαλώσειςνα μαλώσετε
να μαλώσεινα μαλώσουν(ε)
Perfνα έχω μαλώσεινα έχουμε μαλώσει
να έχεις μαλώσεινα έχετε μαλώσει
να έχει μαλώσεινα έχουν μαλώσει
Imper
ativ
Presμάλωνεμαλώνετε
Aoristμάλωσεμαλώστε, μαλώσετε
Part
izip
Presμαλώνοντας
Perfέχοντας μαλώσει
InfinAoristμαλώσει






Griechische Definition zu μαλώνω

μαλώνω [malóno] Ρ1α μππ. μαλωμένος : 1. μιλάω πολύ αυστηρά σε κπ. που έσφαλε με σκοπό να τον διορθώσω ή να τον τιμωρήσω· κατσαδιάζω, επιπλήττω: Tον μάλωσε ο δάσκαλος, γιατί μιλούσε. Mαλώνει τα παιδιά της, γιατί είναι άτακτα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μαλώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15