{η}  μαγνησία  Subst.  [magnisia, marnisia, magnhsia]

Etymologie zu μαγνησία

μαγνησία Μαγνησία λίθος Μαγνησία (περιοχή)


GriechischDeutsch
Θα το καταλαβαίναμε το πρωί αν δεν είχα σκορπίσει την μαγνησία.Wir hätten es nicht gemerkt, hätte ich nicht die Medizin genommen.
Ναι, οι γιατροί το λένε αυτό,...μαγνησία.Ja, die Ärzte nennen so was Gedächtnisschwund. Wir kurieren das.
Τα επιχρίσματα θερμικού φράγματος από ζιρκονία που τροποποιείται με ανάμιξη ή σύντηξη με άσβεστο ή μαγνησία, δεν υπόκεινται στον έλεγχο.Wärmedämmschichten aus Zirkoniumdioxid, das durch Mischung oder Verschmelzung mit Calciumoxid oder Magnesiumoxid modifiziert wurde, werden nicht erfasst.
Υγραέριο, συμπύκνωμα φυσικού αερίου, αέρια διεργασιών και τα συστατικά τους, οπτάνθρακας (κοκ), κλίνκερ τσιμέντου, μαγνησία.Flüssiggas, Erdgaskondensat, Prozessgase und deren Bestandteile, Koks, Zementklinker und Magnesia;
Από την επανεξέταση που διενήργησε η Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 138 παράγραφος 4 του κανονισμού προέκυψε ότι πρέπει επίσης να επέλθουν ορισμένες τροποποιήσεις στο παράρτημα V. Πρέπει να προστεθεί η μαγνησία, δεδομένου ότι διαπιστώθηκε ότι η ουσία αυτή πληροί τα κριτήρια υπαγωγής στο παράρτημα V. Παράλληλα, είναι σκόπιμο να προστεθούν ορισμένοι τύποι υαλοτρίμματος και τρίμματος υλικού εφυάλωσης, οι οποίοι δεν πληρούν τα κριτήρια ταξινόμησης που καθορίζονται στην οδηγία 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου [2], και, επιπλέον, δεν περιέχουν επικίνδυνα συστατικά σε συγκέντρωση που υπερβαίνει τα σχετικά όρια, εκτός εάν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που αποδεικνύουν ότι τα εν λόγω συστατικά δεν γίνονται διαθέσιμα.Die Überprüfung durch die Kommission gemäß Artikel 138 Absatz 4 der Verordnung hat ergeben, dass auch bei Anhang V bestimmte Änderungen erforderlich sind.

Synonyme zu μαγνησία

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie μαγνησία

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu μαγνησία

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu μαγνησία

Noch keine deutschen Synonyme




Griechische Definition zu μαγνησία

μαγνησία η [maγnisía] : ονομασία χημικών ενώσεων και ιδίως του οξειδίου του μαγνησίου: Θειική μαγνησία.

[λόγ. < αρχ. μαγνησία (λίθος) (< τοπων. Μαγνησία)]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback