λύω  Verb  [lio, lyw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie λύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze λύω

... όνομα). Αρχαιοελληνικό όνομα που προέρχεται από το θέμα λυσι- του ρήματος λύω, και είναι συγκεκομμένος τύπος αρχαιοελληνικών ονομάτων όπως Λύσανδρος «αυτός ...

... όνομα του λιονταριού προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό λέων από το ρήμα λύω-λέω που σημαίνει διαλύω σε πολλά μέρη, παρ. και το λατινικό leo από όπου ...

...   ΛΥΩ ΕΒΕ ΑΤΑ ΑΠΛ Ολιμπίκ Λυών — - 1-1 - Έβερτον - — - 2-2 Αταλάντα ΜΚ - 3-0 — - Απόλλων Λεμεσού 1-1 - - — ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
λύω
λύω
λύοιμι
-
σύ
λύεις
λύῃς
λύοις
λῦε
οὖτος
λύει
λύ
λύοι
λυέτω
ἡμεῖς
λύομεν
λύωμεν
λύοιμεν
-
ὑμεῖς
λύετε
λύητε
λύοιτε
λύετε
οὗτοι
λύουσι(ν)
λύωσι(ν)
λύοιεν
λυόντων / λυέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
λύειν
λύων
λύουσα
λῦον


Griechische Definition zu λύω

λύω [lío] -ομαι Ρ9α μπε. λυόμενος* : (λόγ.) λύνω, κυρίως στις σημ. I3, II1, 2: Λύεται η συνεδρίαση, παίρνει τέλος, τελειώνει. H σύμβαση λύεται, όταν καταγγελθεί και από τα δύο μέρη, ακυρώνεται, παύει να ισχύει. Λύεται η συνέχεια του δέρματος, διακόπτεται. || (στρατ. παράγγελμα): Tους ζυγούς λύσατε, διαλυθείτε.

[λόγ. < αρχ. λύω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15